Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Συλλογική Οργάνωση στην Ελληνική Διασπορά



Βασίλης Τσαπαλιάρης
 

Συλλογική Οργάνωση  στην Ελληνική Διασπορά
Μορφές  /  βαθμίδες,  έργο και εξέλιξη  των  ομογενειακών οργανώσεων  

Βασική παράμετρος της μεταναστευτικής παρουσίας στις διάφορες χώρες αποτελεί η οργάνωση  σε διάφορους τύπους οργανώσεων, οι οποίες από τη φύση της σκοποθεσίας τους διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των  μεταναστευτικών προβλημάτων, και στη διαμόρφωση των σχέσεων  των χωρών καταγωγής των μεταναστών με τις χώρες αποδημίας.
Οι μεταναστευτικές οργανώσεις, και σε ότι ειδικά αφορά  την περίπτωση της ελληνικής Ομογένειας, διακρινόμενες σε διάφορες μορφές και τυπολογίες, εκτείνονται από την δημιουργία και την λειτουργία άτυπων κοινωνικών δικτύων, προσωρινού ή διαχρονικού χαρακτήρα,  έως την οργάνωση σε διάφορους τύπους ελληνικών κοινοτήτων, σε εθνικοτοπικές, πολιτιστικές και άλλους τύπους οργανώσεων, τα βασικά χαρακτηριστικά των οποίων παρουσιάζουν προφανή σημασία στη σπουδή και στην κατανόηση των προβλημάτων της Ομογένειας.
Σκοπός της παρούσας προσέγγισης  είναι η συνοπτική παρουσίαση της οργάνωσης της ελληνικής Ομογένειας στις διάφορες μορφές της, η εξέταση της  τυπολογίας και της  σκοποθεσίας  των ελληνικών οργανώσεων στις  διάφορες χώρες υποδοχής, η περιγραφή  του πλαισίου δραστηριοτήτων και η σκιαγράφηση  του έργου   των οργανώσεων, και,  τέλος, η εξέταση και η παρουσίαση της δυναμικής και της εξέλιξης  των διαφόρων τύπων οργανώσεων.

Περιεχόμενα:
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1,   Οργάνωση στην Ελληνική Διασπορά   και τυπολογία των οργανώσεων
2.  Σκοποί/ λειτουργίες, αντιπροσωπευτικότητα/ πόροι  των  οργανώσεων και σχέσεις με το εθνικό κέντρο
3. Πλαίσιο δραστηριοτήτων και έργο  των ομογενειακών οργανώσεων
4.  Πληθυσμός και εξέλιξη  των διαφόρων τύπων  οργανώσεων στην Ελληνική Διασπορά
Συμπερασματικές Παρατηρήσεις
Bιβλιογραφία
Εισαγωγικές παρατηρήσεις:
Η οργάνωση στην Ελληνική Διασπορά, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των  κυριοτέρων  εννοιών   και προσεγγίσεων της οργανωσιακής θεωρίας, εκτείνεται και εξειδικεύεται στην παρούσα εργασία στις παρακάτω  πέντε   θεματικές ενότητες, ως εξής:
Στην πρώτη ενότητα εξετάζονται οι προσδιοριστικοί παράγοντες δόμησης των ελληνικών παροικιών από άποψη θεσμών και οργανώσεων και η τυπολογία των οργανώσεων, έχοντας ως βασική ταξινομική αρχή  το  κριτήριο της  ουσιώδους   σκοποθετικής φυσιογνωμίας  των οργανώσεων.
Στην δεύτερη ενότητα, περιγράφονται οι εν γένει  σκοποί,  οι σχέσεις αντιπροσωπευτικότητας των  ομογενειακών οργανώσεων σε σχέση με τους ομογενειακούς πληθυσμούς των περιοχών ευθύνης τους,  οι λειτουργίες, οι  πόροι χρηματοδότησης των οργανώσεων,  και  οι σχέσεις  τους με τις τοπικές κοινωνίες και το εθνικό κέντρο.
Στην τρίτη  ενότητα,  παρουσιάζονται   το πλαίσιο δραστηριοτήτων, το φάσμα του έργου  των ομογενειακών οργανώσεων  και ενδεικτικά στοιχεία σχετικά με το εύρος των δραστηριοτήτων  και τα μεγέθη  ορισμένων μεγάλων ομογενειακών οργανισμών.
Στην τέταρτη ενότητα, αναφερόμαστε στην παρατηρούμενη   κρίση των παραδοσιακών ομογενειακών οργανώσεων και στα τιθέμενα  ζητήματα  αναδιοργάνωσης  και επαναπροσδιορισμού  του ρόλου  τους, για την επιβίωση τους.
Τέλος, στην  πέμπτη  και τελευταία ενότητα παρουσιάζονται    τα πληθυσμιακά μεγέθη των οργανώσεων και οι  παρατηρούμενες      διαχρονικές τους μεταβολές.
1,   Οργάνωση στην Ελληνική Διασπορά   και τυπολογία των οργανώσεων
            Η εμφάνιση της εθνο-οργάνωσης  των Ελλήνων  του εξωτερικού φαίνεται να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Κατά μία εκδοχή, ο βασικότερος προσδιοριστικός παράγοντας δόμησης των ελληνικών παροικιών από άποψη θεσμών και οργανώσεων υπήρξε ο αριθμός του ελληνικού στοιχείου καθώς η συλλογική οργάνωση προϋποθέτει ένα ικανοποιητικό αριθμό ατόμων για τη στρατολόγηση μελών,  τη λειτουργία της και την εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων (Tsounis M., 1975: 29)[1]. Κατά τον Tsounis  (ο.π.), άλλοι επίσης σπουδαίοι παράγοντες του ομογενειακού οργανωτικού φαινομένου είναι οι διάφορες κοινωνικές, πολιτικές ή θρησκευτικές διαιρέσεις, οι οποίες σχετίζονται με τις ποικίλες καταβολές (diverse background) των μεταναστών. Εξ ίσου σπουδαίος παράγοντας φαίνεται να είναι η διάρκεια και η φύση της εγκατάστασης των μεταναστών. Η κίνηση, για
παράδειγμα, της συγκρότησης οργανώσεων στην Αυστραλία φαίνεται να εκδηλώθηκε σ` ένα προηγμένο στάδιο της λεγόμενης «αλυσιδωτής μετανάστευσης», όταν οι Έλληνες μετανάστες άρχισαν να αποκτούν οικογένειες και συνεπώς να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις όσο και τα προβλήματα της μόνιμης παραμονής. Στο  πλαίσιο της προσέγγισης αυτής,  ο Tsounis  διακρίνει σε γενικές γραμμές ως κυριότερους λόγους της ίδρυσης οργανώσεων  τη διατήρηση της ταυτότητας των μεταναστών, την  επιβίωση τους ως ξεχωριστής εθνοτικής ομάδας, την ανάγκη αλληλοβοήθειας και συνεργασίας, την εισροή μεταναστών στα αστικά κέντρα, και την αντιμετώπιση του συχνά εχθρικού περιβάλλοντος  (ο. π.: 19-20).
Εξετάζοντας την οργανωσιακή δραστηριότητα των ομογενών, σε όλες  τις φάσεις της νεοελληνικής Διασποράς, από την οθωμανική περίοδο και μετά, και σε όλες λίγο πολύ τις τοπικές εκφάνσεις της, μπορεί να ειπωθεί ότι η συσπείρωση σε οργανωμένες κοινότητες απέβλεπε σε γενικές γραμμές στην κάλυψη τριών κυρίως αναγκών: τη θρησκευτική λατρεία,  την εκπαίδευση και την κοινωνική πρόνοια.  Η ειδική  βαρύτητα  των αναγκών αυτών  φαίνεται να αλλάζει διαχρονικά  ανάλογα με την οικονομική κοινωνική θέση των ομογενειακών πληθυσμών, τις πολιτικές του κράτους καταγωγής και υποδοχής  και άλλους παράγοντες, τις δε τελευταίες δεκαετίες φαίνεται να συνδέεται  με  το κράτος πρόνοιας των χωρών υποδοχής, με βάση τις πολιτικές του οποίου στο περιβάλλον του αγγλοσαξονικού κόσμου,  όπως της Αυστραλίας,  πολλές ομογενειακές οργανώσεις εμφανίζουν σημαντική προνοιακή δραστηριότητα με την ίδρυση και τη λειτουργία ευαγών ιδρυμάτων για την περίθαλψη των γερόντων και υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, με την απορρόφηση σημαντικών κονδυλίων από τις κρατικές υπηρεσίες της  χώρας υποδοχής,  
Υιοθετώντας, εδώ,  ως βασική ταξινομική αρχή  το  κριτήριο της  ουσιώδους   σκοποθετικής φυσιογνωμίας  των οργανώσεων (Κιούκιας Δ.,  1997: 8,  Κόντης Α., 2002: 76), η οποία προκύπτει   από τον τρόπο  ιεράρχησης των καταστατικών τους αρχών  και εκφράζεται λίγο πολύ  στη δραστηριότητα των οργανώσεων,   η οργάνωση της Ομογένειας διακρίνεται  σήμερα σε διάφορες συλλογικές μορφές, τυπολογικές υποκατηγορίες και οργανωτικές βαθμίδες,    κοινοτικού χαρακτήρα,  εθνικοτοπικού, ή διαφόρων ειδικών σκοπώνΑκολουθώντας για αναλυτικούς  λόγους τις σχετικές με την παραπάνω ταξινομική αρχή ταξινομήσεις του αρχείου της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού (ΓΓΑΕ), σε πρωτοβάθμιο επίπεδο οργάνωσης, οι συλλογικές  αυτές μορφές  είναι: 
Πρώτον,       οι κοινότητες λαϊκού ή εκκλησιαστικού, ενοριακού  χαρακτήρα  εξ εξορισμού ανοιχτές σε όλους τους Έλληνες ή στους αποδεδειγμένα ορθόδοξους Έλληνες όπως συνήθως ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις των εκκλησιαστικών κοινοτήτων αποτεινόμενες επιλεκτικά και περιοριστικά  στους ορθόδοξους Έλληνες.
Δεύτερο, οι  εθνικοτοπικές οργανώσεις οι οποίες έχουν ως σημείο αναφοράς και στρατολόγησης μελών μια ευρύτερη ελληνική γεωγραφική περιφέρεια ή  μια γεωπολιτική περιφέρεια ιστορικής σημασίας (Μεσσηνίας, Μακεδονίας, Πόντου κλπ.).
Τρίτον,  οι διάφορες άλλες οργανώσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν τις λεγόμενες οργανώσεις «ειδικών σκοπών»,  με μέλη προερχόμενα από διάφορες κοινωνικές κατηγορίες, επαγγελματικές ομάδες  και τάξεις ενδιαφερόντων ή συμφερόντων (αθλητικές, φοιτητικές, επιστημόνων, επιχειρηματιών κ.ά.).
Οι περισσότερες  πρωτοβάθμιες οργανώσεις είναι οργανωμένες σε δευτεροβάθμιο επίπεδο σε διάφορες ομοσπονδίες ομοειδών και μη οργανώσεων.  Ακολουθώντας την σχετική τυπολογία της ΓΓΑΕ αυτές μπορούν να διακριθούν:
Πρώτο,  στις αμιγείς  Ομοσπονδίες Κοινοτήτων  αποτελούμενες αποκλειστικά από τις κοινότητες μιας επιμέρους πολιτειακής ή ευρύτερης εθνικής περιοχής των διαφόρων χωρών υποδοχής, όπως η Ομοσπονδία Ελληνικών Ορθοδόξων Κοινοτήτων Αυστραλίας.  Δεύτερο, στις  Ομοσπονδίες Συλλόγων και Κοινοτήτων ή Ελληνικών Συλλόγων, οι οποίες έχουν μικτή σύνθεση,  απαρτιζόμενες  από διάφορους  τύπους οργανώσεων (μοντέλο οργάνωσης που απαντιέται κυρίως  στη Σουηδία,  στις χώρες της Λατινικής Αμερικής και στις ΗΠΑ), όπως η  Ομοσπονδία Ελληνικών Συλλόγων και Κοινοτήτων Σουηδίας, ή η Πανελλήνια Ομοσπονδία Φλόριδας και η Ομοσπονδία Ελληνικών Συλλόγων Μίσιγκαν.
Τρίτο,  στις αμιγείς Ομοσπονδίες Συλλόγων και Κοινοτήτων ή Ελληνικών Συλλόγων, συγκροτημένες  σε πολιτειακό, εθνικό,  διακρατικό ή και παγκόσμιο  επίπεδο από ομοειδείς πρωτοβάθμιες εθνικοτοπικές οργανώσεις προερχόμενες  από μια ορισμένη  ελληνική εδαφική περιοχή ή γεωγραφική περιοχή ιστορικής σημασίας,  όπως η Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων Αυστραλίας,  η Παλλακωνική Ομοσπονδία Αμερικής και Καναδά,  και η Παγκόσμια Παναρκαδική Ομοσπονδία.
Τέταρτο,  και  τέλος, στις Ομοσπονδίες Οργανώσεων Ειδικών Σκοπών, όπως η Ομοσπονδία Ελληνικών Φοιτητικών Συλλόγων  Λονδίνου.     
Η οργάνωση στην Ελληνική Διασπορά  έχει δεχτεί σε πολλά σημεία της επιδράσεις της Ορθόδοξης  Ελληνικής Εκκλησίας, με αφετηρία την οργάνωση των κατά τόπους μητροπόλεων και αρχιεπισκοπών από τη δεκαετία του 1920. Ιδίως σε ότι αφορά τη κοινοτική οργάνωση στις αγγλοσαξονικές χώρες, για την οποία  έχουν θεσμοθετηθεί και εφαρμοσθεί ευρέως από την Εκκλησία Ειδικοί Ενιαίοι και Ομοιόμορφοι Κανονισμοί των Κοινοτήτων, σε ότι αφορά τη  διοίκηση των ενοριακών κοινοτήτων και των κοινοτήτων-ενοριών που λειτουργούν υπό την αιγίδα των κατά τόπους εκκλησιαστικών αρχών του κλίματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Από άποψη γενικότερης τυπολογίας,  η κοινότητα, αποτελεί μια οργάνωση «ομπρέλα» με σωματειακή δομή,  με εκτεταμένη κλίμακα σκοπών, πολύσκοπη, μπορεί  δε να διακριθεί σε διάφορες μορφές, ανάλογα με τη σύνδεση ή όχι των δράσεων της με την εκκλησιαστική διοίκηση και το έργο της Εκκλησίας με την ύπαρξη και τη λειτουργία κοινοτικών ναών, αλλά και με τις καταστατικές αρχές και διαδικασίες διοίκησης της, τις κατανομές των ρόλων και των διοικητικών ελέγχων που ασκούν τα λαϊκά μέλη ή οι αρμόδιοι εκκλησιαστικοί παράγοντες, κριτήρια με τα οποία μπορεί να διακριθεί σε ορισμένες επί μέρους οργανωτικές υποκατηγορίες.
Με βάση τα παραπάνω κριτήρια, ορισμένες προσπάθειες προσέγγισης συγκλίνουν στην τυπολογική διάκριση και  ταξινόμηση της κοινοτικής οργάνωσης  του εξωτερικού σε τρεις κυρίως κατηγορίες. Αυτές είναι  η κοσμική, λαϊκή «Ελληνική  Κοινότητα» η οποία λειτουργεί ανεξάρτητα από την Εκκλησία, η «Ενοριακή Κοινότητα» και η «Κοινότητα – Ενορία» οι οποίες λειτουργούν με ορισμένες διοικητικές διαφοροποιήσεις υπό την αιγίδα και υπό την απόλυτη ή όχι κανονιστική εξουσία της Εκκλησίας[2].
Σχετικά με τους τύπους των κοινοτήτων που λειτουργούν υπό την αιγίδα της Εκκλησίας, ας σημειωθούν διευκρινιστικά  τα εξής:
Η  «Ενορία-Κοινότητα» ή «Ενοριακή Κοινότητα»  όπως εμφανίζεται να λειτουργεί υπό την αιγίδα και τους σχετικούς κανονισμούς της Αρχιεπισκοπής της Αμερικής αλλά και των άλλων Αρχιεπισκοπών,  λογίζεται εξ ορισμού ως «τοπική ευχαριστιακή Εκκλησία». Ως τέτοια, παρουσιάζεται να λειτουργεί με εκκλησιαστικούς ομοιόμορφους κανονισμούς στο πλαίσιο των οποίων η εκκλησιαστική ιεραρχία ασκεί απόλυτη εξουσία στον τρόπο  συγκρότησης των διοικήσεων τους, στα διοικητικά και οικονομικά θέματα, και σε ότι αφορά τα περιουσιακά στοιχεία των ναών, την εποπτεία και την καθοδήγηση των προγραμμάτων και την διεκπεραίωση των διαφόρων διοικητικών πράξεων.
Η «Κοινότητα - Ενορία» χαρακτηρίζεται από σχετική αυτονομία, εν σχέσει με την περίπτωση της πρώτης,  καθώς λειτουργεί εν μέρει με ανεξάρτητες από την Εκκλησία καταστατικές αρχές και εν μέρει με ειδικούς όρους συνεργασίας με την Εκκλησία, οι οποίοι πέραν από τους τυπικούς όρους  αναγνώρισης και ένταξης τους στην κανονική Εκκλησία, συνήθως αφορούν την κανονικότητα της λειτουργίας των ναών,  τη μίσθωση των ιερέων,  και την παροχή οικονομικών εισφορών υπέρ της αρμόδιας  κανονικής Αρχιεπισκοπής  που υπάγεται.
2.  Σκοποί / λειτουργίες, αντιπροσωπευτικότητα / πόροι  των  οργανώσεων και σχέσεις με το εθνικό κέντρο
Όπως έδειξε μικρή έρευνα ερωτηματολογίου σχετικά με τους σκοπούς και τις λειτουργίες  των κοινοτήτων,  οι κοινότητες της Ευρώπης, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής  φαίνεται   να παρουσιάζουν «όψη Ιανού», καθόσον από τη μια πλευρά εμφανίζονται να είναι «εσωστρεφείς υπερασπιστές της πολιτισμικής  ταυτότητας και από την άλλη εξωστρεφείς προωθητές συμφερόντων», από τις οποίες μεγαλύτερη σχετικά εξωστρέφεια και επικοινωνία φέρεται  να παρουσιάζουν οι κοινότητες της Αφρικής (Κιούκιας Δ., 1977: 10, 14, 15, 20).   Όπως δε ειδικότερα φαίνεται από τα ποσοτικά δεδομένα η έμφαση των οργανώσεων αυτών φαίνεται  να είναι   σε δραστηριότητες  που, ως έχει λεχθεί,  τονίζουν και υπερασπίζονται την εθνική ταυτότητα και εθνική συνοχή (πολιτιστικά, εκπαίδευση, θρησκεία, υπηρεσίες φιλανθρωπικού χαρακτήρα). Μεγάλο δε μέρος των πολιτιστικών δραστηριοτήτων φαίνεται να αφορά εκδηλώσεις του λεγομένου «folk / popular culture»,  που από τη φύση τους έχουν χαρακτήρα αμυντικό, ασχολούμενες σε μικρή κλίμακα με την ανάπτυξη εξωστρεφών δραστηριοτήτων, όπως είναι η συνεργασία με ομοειδείς οργανώσεις των αλλοεθνών μεταναστών και η ανάπτυξη σχέσεων και συνεργασιών με τις τοπικές αρχές. Μάλιστα, ως έχει επισημανθεί,  συχνά η αλληλεξάρτηση με την πολιτική ζωή του εθνικού κέντρου φαίνεται να είναι πιο ισχυρός λόγος ύπαρξης των διαφόρων κοινοτήτων «που επιμένουν και αντέχουν παρά τις κοινωνικές αλλαγές».   (ο.π.) 
Η εικόνα της ομογενειακής οργάνωσης, τύπου  «όψης Ιανού», και δη του κοινοτικού τύπου,   θα μπορούσαμε να πούμε ότι ισχύει και για τις ομογενειακές κοινότητες  των αγγλοσαξονικών χωρών, οι  οποίες αναμφίβολα  παρουσιάζουν μεγαλύτερη εξωστρέφεια εκείνης των κοινοτήτων της Αφρικής.  Τουλάχιστον σε ότι αφορά την μερίδα των μεγάλων κεντρικών κοινοτήτων, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό στο κρατικό  προνοιακό σύστημα των χωρών υποδοχής, απολαμβάνοντας σημαντικές χορηγίες για την ίδρυση και την λειτουργία διαφόρων ευαγών ιδρυμάτων,  που αναφερόμαστε σε άλλο σημείο.
Η εικόνα της ομογενειακής οργάνωσης, τύπου  «όψης Ιανού», επιβεβαιώνεται και από δική μας  μελέτη  των καταστατικών  σκοπών ενός δείγματος 35 καταστατικών ελληνικών κοινοτήτων από διάφορες χώρες,  από  την οποία προκύπτουν και παρουσιάζονται εδώ, συμπληρωματικά,  ορισμένα ενδιαφέροντα περιγραφικά στοιχεία,  τα οποία δίνουν μια σαφή εικόνα του ελληνοκεντρικού και ελληνορθόδοξου χαρακτήρα των ελληνικών κοινοτήτων. Τα στοιχεία αυτά,  χωρίς να έχουν εδώ στατιστική αλλά απλώς αναλυτική  σημασία,  βοηθούν   στην  καλύτερη κατανόηση των βασικών χαρακτηριστικών των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού και τις γεωγραφικές εκφάνσεις τους,  που φαίνονται να κυμαίνονται από τον βαθμό επίδρασης του θρησκευτικού / εκκλησιαστικού παράγοντα που σε ορισμένες χώρες, και ειδικά στις αγγλοσαξονικές,  είναι ιδιαίτερα ισχυρός.   
Εξετάζοντας τα καταστατικά του εν λόγω δείγματος, ως προς τη  διαβάθμιση των   καταστατικών σκοπών, οι οποίοι είθισται  να  ιεραρχούνται κατά σειρά προτεραιότητας και να υποδηλώνονται συνήθως κατά αύξοντα αριθμό καταχώρησης, στην πρώτη θέση  εμφανίζονται να κατατάσσονται οι θρησκευτικοί σκοποί«διατήρηση - διάδοση της ορθόδοξης πίστης» ή η « ίδρυση ιερών ναών και η ικανοποίηση θρησκευτικών αναγκών» με ποσοστό 45,16% επί του συνόλου. Ως δεύτερος, κατά σειρά, σκοπός, με ποσοστό 22,58%, εμφανίζεται η ελληνική γλώσσα και ο πολιτισμός:   η «διατήρηση-διάδοση της ελληνικής γλώσσας», και η «διατήρηση του ελληνικού πολιτισμού». Με ίδιο ποσοστό (22,58%) εμφανίζεται ως ένας άλλος σκοπός η «αλληλεγγύη και η εκπροσώπηση» των μελών της κοινότητας ή του Ελληνισμού της περιοχής τους γενικότερα. Τέλος, ως τέταρτος σκοπός, με συνολικό ποσοστό 9,67%,. εμφανίζεται η «φιλανθρωπία» καθώς και ορισμένοι άλλοι, όπως η ανάπτυξη φιλικών σχέσεων με τους γηγενείς πληθυσμούς.
Εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, από την ίδια μελέτη μας  προκύπτει άλλη μια επίσης ενδιαφέρουσα καταστατική διάταξη των κοινοτήτων που αφορά το δικαίωμα εισδοχής και εγγραφής των ενδιαφερομένων στις κοινοτικές οργανώσεις. Από άποψη, έτσι, προσόντων και κριτηρίων εγγραφής, από το ίδιο δείγμα προκύπτει μια σχεδόν διχοτόμηση των κριτηρίων εγγραφής μεταξύ του όρου «ελληνικής καταγωγής» και του αποδεδειγμένα ή όχι «χριστιανός ορθόδοξος», ελληνικής και μη καταγωγής. Ανάμεσα στα δύο κριτήρια, υπερτερεί το πρώτο, με  58,06% και  ακολουθεί το δεύτερο κριτήριο με  41,93% . Για την εφαρμογή, μάλιστα, του κριτηρίου «χριστιανός ορθόδοξος»,  σε ορισμένες καταστατικές περιπτώσεις, ορίζεται ρητώς η έκδοση και η προσκόμιση σχετικού πιστοποιητικού από την οικεία εκκλησιαστική  αρχή, προκειμένου να εγκριθεί η εγγραφή του υποψήφιου μέλους. Τέτοιου είδους προβλέψεις συναντάμε στις κοινότητες που συνδέονται με την Εκκλησία, όπως π.χ. είναι η Κοινότητα του Ουέλλιγκτων της Νέας Ζηλανδίας, αλλά και άλλες.
Κρίνοντας από τα παραπάνω, η ελληνική κοινότητα ως σωματειακή οντότητα εμφανίζεται να περιλαμβάνει κατά τόπους  έντονα το στοιχείο της θρησκευτικότητας, πράγμα που εκφράζεται κατ` εξοχήν με τον σκοπό «διατήρηση–διάδοση της ορθόδοξης πίστης» και δευτερευόντως με το σκοπό «ικανοποίηση θρησκευτικών αναγκών», με την εκπλήρωση των οποίων και προφανώς συνδέεται το κριτήριο της εγγραφής ως μελών χριστιανών ορθοδόξων. Πράγμα που αποκλείει από τις κοινότητες τους μη ορθοδόξους ή όσους δεν διακρίνονται για τη θρησκευτικότητα τους, μια κατηγορία που ενδέχεται  να αυξηθεί στο μέλλον σημαντικά με το παρατηρούμενο αυξημένο φαινόμενο των μικτών γάμων εντός όσο και εκτός της ορθόδοξης Εκκλησίας, όσο και των γάμων που δεν τελούνται με το θρησκευτικό τυπικό κανενός δόγματος.
Ο ορθόδοξος θρησκευτικός προσανατολισμός χαρακτηρίζει σχεδόν κατ` αποκλειστικότητα τις κοινότητες του δείγματος που προέρχονται από τις Η.Π.Α., τον Καναδά και την Αυστραλία και διατηρούν ως πρώτο σκοπό τη «διατήρηση - διάδοση της ορθόδοξης πίστης», και δευτερευόντως χαρακτηρίζει τις κοινότητες της Νοτίου Αφρικής, οι οποίες, αντί αυτού, προτάσσουν σαν πρώτο σκοπό απλώς την «ικανοποίηση θρησκευτικών αναγκών». Αντίθετα, οι θρησκευτικοί σκοποί απουσιάζουν στην συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών κοινοτήτων στην Ευρώπη (πλην της Μ. Βρετανίας), οι οποίες, στο ίδιο πάντα δείγμα της σχετικής μελέτης μας, φαίνεται να προτάσσουν ως σκοπούς την«αλληλεγγύη» ή την «εκπροσώπηση» των μελών τους,  ή   γενικότερα του ελληνικού στοιχείου, με εξαίρεση την περίπτωση μια κοινότητας, η οποία προτάσσει στους σκοπούς της την «διατήρηση-διάδοση της ορθόδοξης πίστης».
Ο ορθόδοξος θρησκευτικός προσανατολισμός των κοινοτήτων στις αγγλοσαξονικές χώρες συνδέεται σχεδόν εκ συστήματος (με ορισμένες εξαιρέσεις) με την εκεί οργάνωση της Ορθόδοξου Ελληνικής Εκκλησίας, στην οποία και εμφανίζονται να  υπάγονται θρησκευτικά ή και να αποτελούν κατ` ουσία οργανικό τμήμα της, λειτουργώντας υπό την αιγίδα και την εποπτεία της στη βάση διαφόρων συμπεφωνημένων ιδρυτικών αρχών και διαδικασιών.[3]  Τον ίδιο ισχυρό ελληνορθόδοξο προσανατολισμό, ας σημειωθεί, παρουσιάζουν και τα καταστατικά των ανεξάρτητων  από την Εκκλησία κοινοτήτων  της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ορθοδόξων Κοινοτήτων Αυστραλίας, που βρίσκονται σε διάσταση με την κανονική Εκκλησία, οι οποίες διατηρούν ναούς υπαγόμενους στην εκεί Αυτοκέφαλο Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας[4].  
Οι σχέσεις των οργανώσεων με το εθνικό κέντρο φαίνεται να παρουσιάζουν σημαντικές κυμάνσεις μεταξύ των οργανώσεων του ευρωπαϊκού χώρου και εκείνου του αγγλοσαξονικού κόσμου και των υπολοίπων χωρών. Ως έχουν τα πράγματα, φαίνεται να παρατηρείται μια   μεγαλύτερη σχετικά προσέγγιση  των ελληνικών «εθνικών κοινοτήτων» της Ευρώπης με το εθνικό κέντρο  μέσα από τους υπάρχοντες πολιτικούς δεσμούς αλλά και της πολιτικής των κρατικών επιχορηγήσεων  προς τις οργανώσεις  και, αντιστρόφως, μια  σχετική αυτονόμηση των κοινοτήτων των υπερπόντιων χωρών. Πράγμα που αντανακλάται και στην κατανομή των κονδυλίων των επιχορηγήσεων της ΓΓΑΕ. Καθώς το μεγαλύτερο μέρος  αυτών φαίνεται να απορροφάται   από τις οργανώσεις της Ευρώπης, από τις οποίες παρουσιάζεται να προέρχεται και  η πλειοψηφία των σχετικών αιτημάτων, αν και οι ευρωπαϊκές ομογενειακές οργανώσεις είναι συγκριτικά  λιγότερες σε σχέση με τις οργανώσεις στον υπόλοιπο κόσμο.
 Οι σχέσεις των οργανώσεων με το εθνικό κέντρο, διαμορφώνονται κατά βάση μέσω των δευτεροβαθμίων οργανώσεων που τους εκπροσωπούν, και την τελευταία 15ετία κυρίως μέσω του ΣΑΕ, του οποίου αποτελούν τακτικά μέλη  στην πλειοψηφίας τους.
Πόροι Χρηματοδότησης:   Σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού των κοινοτήτων όπως και όλων εν γένει των ομογενειακών οργανώσεων βασίζεται σε ίδιους πόρους, δηλαδή σε εισφορές των μελών τους, δωρεές, και έσοδα από διάφορες δραστηριότητες (συνεστιάσεις, λαχειοφόρες αγορές κλπ.),  καθώς η χρηματοδότηση τους από τις ελληνικές και ξένες αρχές φαίνεται να είναι περιστασιακή,  εξαιρουμένου του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ).  Το τελευταίο επιχορηγείται για την άσκηση της γνωμοδοτικής και εισηγητικής του αρμοδιότητας  με πιστώσεις που εγγράφονται  στον τακτικό προϋπολογισμό της ΓΓΑΕ, το ύψος των οποίων προσδιορίζεται μετά από σχετική πρόταση του Προεδρείου του ΣΑΕ, και οι οποίες  τα δύο τελευταία χρόνια εμφανίζεται να κυμαίνονται στο 25% - 27,5% του ετήσιου προϋπολογισμού της ΓΓΑΕ. Ποσοστό  εξαιρετικά υψηλό,  σε σχέση με το ύψος των κονδυλίων της ΓΓΑΕ που προβλέπονται για την ενίσχυση των υπολοίπων ανά τον κόσμο οργανώσεων, τα οποία φαίνεται να κυμαίνονται   σε ποσοστό  10% - 11% επί του ετήσιου προϋπολογισμού της ΓΓΑΕ.
Στην κοινοτική Ευρώπη, σύμφωνα με δειγματοληψία σχετικής έρευνας (Κιούκιας, 1997: 16-17),  οι περισσότερες κοινότητες εμφανίζονται να μην  χρηματοδοτούνται από τις ξένες αρχές και περιστασιακά  και μόνο από τις ελληνικές αρχές κατόπιν υποβολής και αξιολόγησης  σχετικού αιτήματος, πράγμα που ισχύει για όλες  γενικά  τις οργανώσεις των αποδήμων.  Πάντως, αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι οι οργανώσεις της Ευρώπης, όπως έχουν  δείξει παλαιότερα  σχετικά στοιχεία (ο.π. σ. 22) παρουσιάζονται να λαμβάνουν το μεγαλύτερο σχετικά μέρος (56,41% - 76.60% των διαθέσιμων κονδυλίων της ΓΓΑΕ την περίοδο  1986-1989, σε σχέση με τις υπόλοιπες ανά τον  κόσμο οργανώσεις των ομογενών, οι οποίες είναι πολυπληθέστερες έναντι των ομογενειακών οργανώσεων  στην κοινοτική Ευρώπη.  Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει ως ενός  σημείου και σήμερα,  ιδίως μετά  την εμφάνιση ενός μεγάλου αριθμού νεοσύστατων ομογενειακών οργανώσεων στις χώρες της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., αν και δεν είναι δυνατόν να διασταυρωθεί εδώ  σε ποια ακριβώς ποσοστά μπορεί να κυμαίνεται κατά την  τρέχουσα περίοδο.
Αντιπροσωπευτικότητα  των  ομογενειακών οργανώσεων. Η οργάνωση των ομογενών παρουσιάζει μεγάλη σχετικά πυκνότητα οργανώσεων (Κόντης Α., 2002: 35).   Σε ορισμένες δε περιπτώσεις, και ιδίως σε ότι αφορά τους εθνικοτοπικούς συλλόγους  φαίνεται να παρατηρείται ιδιαίτερα μεγάλη κατάτμηση και ως αποτέλεσμα να υπάρχουν ομοειδείς σύλλογοι της αυτής γεωγραφικής περιφέρειας με ελάχιστα μέλη ή και σύλλογοι χωριών που έχουν πλέον  «σβήσει».[5]  Σε ότι δε  αφορά τις κοινότητες, ο  λόγος του αριθμού εγγεγραμμένων μελών προς πληθυσμό ελληνικού στοιχείου του  χώρου ευθύνης τους, ως έχουν δείξει ορισμένα ερευνητικά στοιχεία  φαίνεται     κυμαίνεται  σε σχετικά χαμηλά επίπεδα,  για την Ευρώπη στην πλειοψηφία των περιπτώσεων  παρουσιάζεται να κυμαίνεται μεταξύ 12% και 30% (σπάνια δε φαίνεται να απαντώνται  πολύ υψηλά ποσοστά). Υψηλότερα ποσοστά φαίνεται να απαντιόνται  σε κοινότητες της Αφρικής, όπου το ποσοστό φαίνεται να ανέρχεται σε ορισμένες περιπτώσεις σε ποσοστό μέχρι και  83%.  Μεγαλύτερα δε  ποσοστά συμμετοχής / αντιπροσώπευσης φαίνεται να απαντώνται σε κοινότητες των οποίων οι περιοχές ευθύνης έχουν ολιγάριθμο ελληνικό στοιχείο. Αντίθετα, φαίνεται  να τείνουν  να μειώνονται τα σχετικά ποσοστά σε περιοχές  με συγκριτικά πολυάριθμο ελληνικό στοιχείο (Κιούκιας Δ., 1997: 18). Γεγονός που φαίνεται να συνδυάζεται σε ορισμένες  περιοχές και με χαμηλά ποσοστά ενεργών μελών, αν λάβουμε, π.χ.  υπόψη το λόγο του αριθμού των εγγεγραμμένων μελών προς τον αριθμό των ψηφισάντων που έχουμε υπόψη σε ορισμένες ειδικά μεγάλες κοινότητες, όπως π.χ. της Μελβούρνης, του Σύδνεϋ και της Αδελαΐδας. Εξαιρετικά χαμηλό φαίνεται να είναι και το ποσοστό των οργανωμένων ομογενών στις διάφορες εθνικοτοπικές οργανώσεις, που στην περίπτωση των ΗΠΑ, κατά ορισμένες εκτιμήσεις,  φέρεται   να ανέρχεται  αναλογικά μόλις  στο 1,8% του εκεί Ελληνισμού (Λυκομήτρος Γ., 23.06.2008).
Η χαμηλή συμμετοχή και επομένως η χαμηλή αντιπροσωπευτικότητα των ομογενειακών οργανώσεων ιδίως στα μεγάλα  παροικιακά κέντρα φαίνεται να εξηγείται σε μεγάλο βαθμό  και από διάφορους άλλους λόγους, πέραν της παρατηρούμενης κατάτμησης ορισμένων ειδών συλλόγων, όπως οι εθνικοτοπικοί. Η χαμηλή σχετικά αντιπροσωπευτικότητα φαίνεται να εξηγείται ως   ενός βαθμού και  από  την επαγγελματική και κοινωνική διαφοροποίηση του αστικού ομογενειακού πληθυσμού και την ενσωμάτωση μιας μεγάλης μερίδας του στις ξένες κουλτούρες και τις αλλοεθνείς οργανώσεις   των χωρών υποδοχής, και κατά βάση φαίνεται να έχει  να κάνει κυρίως με τα άτομα των νεότερων ηλικιών. Κατά ένα δε μέρος φαίνεται να αποδίδεται  στις παρατηρούμενες συγκρούσεις  των διαφόρων αντιπάλων παρατάξεων, λόγω των  ιδεολογικών τους διαφορών και των δυσκολιών  άρθρωσης και διατύπωσης διαπραγματεύσιμων  αιτημάτων και  συνεκτικών προγραμμάτων στη λειτουργία των οργανώσεων (Κιούκιας Δ., 1997: 18-19), διάσταση για την οποία αναφερόμαστε στην ιδιαίτερη μελέτη μας:  «Οργανωσιακή θεωρία και συλλογική οργάνωση στην Ελληνική Διασπορά» (αδημοσίευτη μελέτη, 2010).
3. Πλαίσιο δραστηριοτήτων και έργο  των ομογενειακών οργανώσεων
Το πλαίσιο δραστηριοτήτων, οι δείκτες  δυναμικότητας και δραστηριότητας όσο και οι προγραμματικές ιεραρχήσεις των οργανώσεων, όπως είναι αναμενόμενο, ποικίλλουν διατοπικά, συναρτώμενες κατά ένα μεγάλο μέρος από τις πολιτικές των κοινωνιών διαμονής και καταγωγής, την ύπαρξη ή όχι διακρατικών συμφωνιών που σχετίζονται με τις δραστηριότητες των οργανώσεων και ειδικά των κοινοτήτων, αλλά  και  διάφορους άλλους παράγοντες. Συγκρίνοντας δε τις κορυφαίες οργανώσεις των διαφόρων τύπων οργανώσεων, οι κοινοτικές οργανώσεις φαίνεται να υπερέχουν σε όγκο πόρων και  δραστηριοτήτων,  έναντι των οργανώσεων των άλλων κατηγοριών.
Οι οργανώσεις των κοινοτήτων, λειτουργώντας κατά ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος υπό την αιγίδα της Εκκλησίας ως ενοριακές κοινότητες ή ενορίες-κοινότητες, ειδικά στις αγγλοσαξονικές χώρες, αλλά και οι ανεξάρτητες από την Εκκλησία, μεγάλες κεντρικές κοινότητες στις ίδιες χώρες,  παρουσιάζουν, πέραν της κτιριακής  υποδομής για τη στέγαση τους,    εντυπωσιακή υποδομή  σε αριθμούς ναών, σχολείων και ιδρυμάτων, εν σχέσει με την οργάνωση των ομογενών στην κοινοτική Ευρώπη, πολύ δε περισσότερο εν σχέσει με τις περισσότερες οργανώσεις στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες διασποράς των ομογενών, αλλά και τους λοιπούς τύπους των ομογενειακών οργανώσεων, των εθνικοτοπικών και των διαφόρων συλλόγων ειδικών σκοπών.   
«Συγκριτικά, παρά τον μεγάλο αριθμό τους, οι ομογενειακές οργανώσεις της Ευρώπης, ακόμα και της Γερμανίας», ως έχει επισημανθεί από άλλους μελετητές, «δεν κατάφεραν να αποκτήσουν  ούτε τη δομή ούτε την ισχύ των ανάλογων  ενώσεων των υπερπόντιων παροικιών, ιδιαίτερα των ΗΠΑ» (Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, «Ελλάς», τ. 2, 1998: 236).
Η διαφορά αυτή φαίνεται να αποδίδεται  στον «προσωρινό» κατά βάση χαρακτήρα της διαμονής των Ελλήνων στις δυτικοευρωπαϊκές  χώρες αλλά και στη σχετικά μικρή απόσταση από το εθνικό κέντρο, και στο ότι οι περισσότερες και αμεσότερες εκπαιδευτικές ανάγκες των Ελλήνων μεταναστών στην Δ. Ευρώπη  καλύπτονται από την Ελλάδα ή από τη χώρα φιλοξενίας  με ειδικές διακρατικές συμφωνίες. Γεγονός που φέρεται  να περιορίζει αναπόφευκτα τη συμμετοχή των ομογενειακών φορέων σε αρκετές  βασικές λειτουργικές εκδηλώσεις των  κοινοτήτων. (ο.π.), αν και, κατά τα λοιπά,  το έργο των ομογενειακών οργανώσεων της Δυτικής Ευρώπης  δεν μπορεί να θεωρηθεί υποδεέστερο.  Ιδίως στους τομείς που αφορούν τη διάδοση της πολιτιστικής μας παράδοσης, και τις  τελευταίες δεκαετίες   την  προβολή και υπεράσπιση των εθνικών θεμάτων.
Αρχιεπισκοπή ΗΠΑ
Ήδη, από το 1990, η ενιαία τότε Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής διέθετε 450 περίπου ναούς στις ΗΠΑ  και άλλους 70 στον Καναδά και στη Λ. Αμερική, 23 ημερήσια σχολεία με 7.000 μαθητές και 400 απογευματινά για την ελληνική γλώσσα με 27.000 μαθητές, πέρα από τις ανώτερες θεολογικές σχολές, τα ορφανοτροφεία, τα γηροκομεία, τις φιλόπτωχες αδελφότητες, τις πολιτιστικές και κοινωνικές οργανώσεις. Ενδεικτικές του μεγέθους  της δραστηριότητας της Αρχιεπισκοπής είναι και οι παρουσιαζόμενες ετήσιες προγραμματικές δαπάνες του παρακάτω πίνακα, ως αυτές προκύπτουν από πηγές της Αρχιεπισκοπής ΗΠΑ, ένα μεγάλο μέρος των οπίων φαίνεται  να καλύπτουν οι δαπάνες για την παροχή ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης,  οι οποίες, ας σημειωθεί εδώ,  εμφανίζονται να αυξάνονται διαχρονικά από 16% το 1985 σε άνω του 30% τα επόμενα έτη, φτάνοντας το 2001 στο 34%.  Ποσοστό σημαντικά υψηλότερο των λοιπών  αξιοσημείωτων κατηγοριών  δαπανών του ίδιου  έτους,  των δαπανών, π.χ.  για τις κατά τόπους επισκοπές που ήταν 22%,  για την ασφάλιση προσωπικού 17%, για τις κοινωνικές υπηρεσίες  9%.
ΠΠρογραμματικές δαπάνες  Αρχιεπισκοπής Αμερικής  για τα διάφορα προγράμματα και υπηρεσίες της, έτη 1985, 1986, 1993, 1994, 2000, 2001
Δαπάνες
1983
1986
1993
1994
2000
2001
Εκπαίδευση:
1.523.000
1.630.000
2.840.000
2.875.000
3.845.455
4.133.760
Λοιπές:
7.878.000
8.324.000
6.555.000
6.570.000
7.972.466
8.123.240
Σύνολο σε $:
9.395.000
9.954.000
9.395.000
9.445.000
11.817.921
12.257.138
Πηγή: Yearbooks  Αρχιεπισκοπής ΗΠΑ
Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας
Η Αρχιεπισκοπή της Αυστραλίας διαθέτει σήμερα υπό την αιγίδα της δεκάδες κοινότητες-ενορίες και ενορίες με πολυάριθμο ιερατικό προσωπικό, στο πλαίσιο δραστηριότητας των οποίων και λειτουργούν τάξεις απογευματινών και Σαββατιανών σχολείων ανάλογων με αυτά που λειτουργούν από την Αρχιεπισκοπή της Αμερικής, αν και στην περίπτωση της δεν παρέχονται  στοιχεία σχετικά με τον προϋπολογισμό   και τις προγραμματικές της δαπάνες, όπως στην περίπτωση της Αρχιεπισκοπής Αμερικής.  Εκτός των προαναφερόμενων  παραδοσιακών τύπων σχολείων, η Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας έχει προχωρήσει στην ίδρυση  ημερήσιων δίγλωσσων ελληνορθόδοξων σχολείων (κοινώς κολεγίων), μέσω των κατά τόπους κοινοτήτων – ενοριών,    με αφετηρία την ίδρυση του σχολείου της Ενορίας-Κοινότητας του Αγίου Ιωάννου στο Κάρλτον της Μελβούρνης, το 1979.
Σύμφωνα με στοιχεία του Ημερολογίου της Αρχιεπισκοπής, του 2003, η Αρχιεπισκοπή διέθετε 8  Ιερές Μονές, 16 γηροκομεία, 124 ενορίες-κοινότητες με ναούς, 183 σχολεία με 10.502 μαθητές, 3 παιδικούς  σταθμούς, και  104 ενεργούς  ιερείς[6]
Αρχιεπισκοπή Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας  
Σύμφωνα με τα τρέχοντα  στοιχεία της ιστοσελίδας της Αρχιεπισκοπής  του 2010 και  τα Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδας (2003), υπό την αιγίδα της Αρχιεπισκοπής παρουσιάζονται να λειτουργούν συνολικά 115 ενοριακές κοινότητες (συμπεριλαμβανομένων της Μάλτας, της Ιρλανδίας και των Channel Islands ), από τις οποίες οι 32 (συμπεριλαμβανομένων και των 5  παρεκκλησίων)  βρίσκονται στη μείζονα περιφέρεια του Λονδίνου, ενώ φαίνεται να υπηρετούν  συνολικά 113 κληρικοί. 
Η Αρχιεπισκοπή Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας, όπως συμβαίνει και με τις άλλες αρχιεπισκοπές  στις ΗΠΑ και στην Αυστραλία, δραστηριοποιείται σε σημαντικό βαθμό στην παροχή ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης.  Για τον  σκοπό αυτό φέρεται να λειτουργούν Κεντρικό Εκπαιδευτικό Συμβούλιο, 14 εκπαιδευτικά κέντρα ελληνικής γλώσσας εντός και εκτός Λονδίνου και 7 εξεταστικά κέντρα G.C.SE  και Advanced Level  για τα Νέα Ελληνικά.  Πέραν δε τούτων  η Αρχιεπισκοπή συμμετέχει στον Ενιαίο Φορέα Παροικιακής Εκπαίδευσης Μ. Βρετανίας (Ε.Φ.Π.Ε.), το συμβούλιο του οποίου και προεδρεύεται από τον Σεβ. Αρχιεπίσκοπο Θυατείρων και Μ. Βρετανίας κ. Γρηγόριο.   (Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδας, 2003).  Πέραν δε όλων αυτών, η Αρχιεπισκοπή φέρεται να λειτουργεί για το φιλανθρωπικό της έργο, ειδικό  φιλανθρωπικό οργανισμό, ειδικό ξενώνα (Αγ. Φιλοθέη) καθώς και ίδρυμα προστασίας γερόντων.    Για την οικονομική κατάσταση της  Αρχιεπισκοπής δεν υπάρχουν διαθέσιμα σχετικά στοιχεία.
Ανεξάρτητες κεντρικές Κοινότητες
Αν και δεν υπάρχουν μελέτες  αξιολόγησης του έργου των οργανώσεων και της σχέσης στόχων-απόδοσης,  οι κοινοτικές οργανώσεις, και ιδιαίτερα ορισμένες κεντρικές κοινότητες στον Καναδά και στην Αυστραλία,   φαίνεται,   να  αποτελούν,  εκ παραλλήλου με τις κοινότητες υπό την αιγίδα της Εκκλησίας, τον  «σκληρό πυρήνα» της οργάνωσης των ομογενών. Λαμβάνοντας υπόψη  ως κριτήρια αξιολόγησης τα κεφαλαιακά μεγέθη του  κύκλου εργασιών πολλών κοινοτήτων, τις υπηρεσίες που παρέχουν, τα περιουσιακά τους στοιχεία, το ειδικό πολιτικό τους βάρος και άλλους παραμέτρους της δράσης τους, παρά την παρατηρούμενη κεντρόφυγη τάση οργάνωσης σε συλλόγους πάσης μορφής. Από το σύνολο των κοινοτικών οργανώσεων ξεχωρίζουν σήμερα για το ειδικό τους βάρος οι ελληνικές κοινότητες του Τορόντο, του Μόντρεαλ, του Σύδνεϋ, της Μελβούρνης και  της Αδελαΐδας, οι οποίες διαθέτουν και διαχειρίζονται σημαντικά  ίδια κεφάλαια  και περιουσιακά στοιχεία, κρίνοντας από τα διαθέσιμα ισολογιστικά τους στοιχεία της περιόδου 1990-2000  Την συγκεκριμένη χρονική  περίοδο,  οι εν λόγω κοινότητες  παρουσίαζαν αξιοσημείωτες κινήσεις κεφαλαίων της τάξης των 13.000.000 – 30.000.000 και άνω δολαρίων, (τοπικό νόμισμα)   και ετήσια έσοδα,  εξαιρουμένης μίας εξ αυτών,  άνω του ενός εκατομμυρίου εκάστη,  έσοδα προερχόμενα από εισπράξεις ενοικίων, εκκλησιών, παιδικών σταθμών, δωρεών, από διοικητικές υπηρεσίες, έσοδα τόκων, διακίνηση λαχνών, κρατικές επιχορηγήσεις, και διάφορες άλλες πηγές[7]. Αν και την ίδια περίοδο, ας σημειωθεί,  παρατηρήθηκαν σημαντικές δυσκολίες εξυπηρέτησης των οφειλομένων χρεών  από ορισμένες από τις εν λόγω κοινότητες[8].
Όπως στην περίπτωση των ενοριακών κοινοτήτων και των κοινοτήτων ενοριών υπό την αιγίδα της Εκκλησίας, επίκεντρο των κεντρικών κοινοτήτων αποτελεί από την ίδρυση τους  η παροχή ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης με την λειτουργία δεκάδων σχολικών τάξεων και διαφόρων τύπων σχολείων[9], αλλά και η στήριξη της δημιουργίας των διαφόρων εδρών νεοελληνικών σπουδών, όπως του Φλίντερς στην Νότιο Αυστραλία από την εκεί κεντρική Eλληνική Ορθόδοξο Kοινότητα Νοτίου Αυστραλίας στην Αδελαΐδα, και των Πανεπιστημίων του  Τορόντο και του Γιορκ από την Ελληνική Κοινότητα του Τορόντο για  τη διατήρηση των ελληνικών προγραμμάτων σπουδών.  Σημειωτέον δε ότι οι κεντρικές κοινότητες  υπήρξαν οι πρώτοι φορείς παροχής ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης,  σχεδόν με την ίδρυση τους, πριν την εμφάνιση της Εκκλησίας και   την οργάνωση ιδιαιτέρων κοινοτήτων υπό την αιγίδα της, και ότι έχουν πρωτοστατήσει στην εισαγωγή των ελληνικών στην δημόσια εκπαίδευση. Τέτοια είναι  π.χ.  η περίπτωση της προαναφερόμενης Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Νοτίου Αυστραλίας, οι κινητοποιήσεις  της οποίας έχοντας υπολογίσιμο τοπικό  πολιτικό έρεισμα στους κύκλους του Εργατικού Κόμμάτος, επί  θητείας ιδίως του φιλέλληνα πολιτειακού  Πρωθυπουργού   Don Dustan,    είχαν ως αποτέλεσμα την δημιουργία των πρώτων τάξεων  ελληνικής γλώσσας  στην δημόσια εκπαίδευση  της Αυστραλίας.
Σημαντική δραστηριότητα των κοινοτήτων που αναφερόμαστε  αποτελεί τα τελευταία χρόνια η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας, με υπηρεσίες υποστήριξης σε θύματα  οικογενειακής βίας, στέγασης, κοινωνικής ασφάλισης, ναρκωτικών και αλκοολισμού, διαγενεακών συγκρούσεων, υπηρεσίες παιδικών σταθμών, και την ίδρυση και λειτουργία διαφόρων ιδρυμάτων  για την ψυχαγωγία ή περίθαλψη των ηλικιωμένων ατόμων (λέσχες γερόντων, γηριατρεία, γηροκομεία)[10]. Πράγμα που έχει επιτευχθεί με την χρηματοδότηση τους με ίδια κεφάλαια των κοινοτήτων και κατά ένα μεγάλο μέρος από  χορηγίες των τοπικών ξένων αρχών, ειδικά στην Αυστραλία. Μάλιστα ορισμένα από τα ιδρύματα αυτά έχουν διακριθεί για την ποιότητα των υπηρεσιών τους και τιμηθεί από τις  αρμόδιες κρατικές αρχές.
Σημαντική παράμετρος της δραστηριότητας των κεντρικών κοινοτήτων αποτελεί  και  η  πολιτιστική δραστηριότητα με την διοργάνωση και την διενέργεια ελληνικών φεστιβάλ ή την έμμεση στήριξη των οργανισμών τους  (Σύδνεϋ, Μελβούρνη, Αδελαϊδα, Τορόντο), την διατήρηση συγκροτημάτων παραδοσιακών ελληνικών χορών και την παροχή μαθημάτων παραδοσιακών χορών, την στήριξη του έργου της δραστηριότητας διαφόρων θεατρικών ομίλων, ποδοσφαιρικών και άλλων ομάδων, ή την λειτουργία ιδρυμάτων  σχετικά με την ιστορία της Ομογένειας[11]    
Εθνικοτοπικές και λοιπές οργανώσεις
Η εικόνα της δραστηριότητας των εθνικοτοπικών συλλόγων  και των διαφόρων οργανώσεων ειδικών σκοπών είναι εκ των πραγμάτων αποσπασματική, έχοντας ως αποδέκτες τις ιδιαίτερες γενέτειρες  και τις διάφορες επιμέρους ομάδες  ενδιαφερόντων και συμφερόντων των ομογενών.
Οι εθνικοτοπικοί σύλλογοι έχουν αναμφισβήτητα συμβάλλει σημαντικά με ενέργειες και χορηγίες τους  για ανάπτυξη των ιδιαίτερων πατρίδων, κυρίως σε έργα  υποδομής ζωτικής τοπικής σημασίας.  Τέτοια έργα  είναι   η ανέγερση ναών, νοσοκομείων, σχολείων, επαρχιακών δρόμων, κ.ά. Κατά τα λοιπά, η δραστηριότητα τους φαίνεται να επικεντρώνεται σε λαογραφικές και ψυχαγωγικές εκδηλώσεις,  από τις οποίες άλλωστε φαίνεται να προέρχεται ένα σημαντικό μέρος των εσόδων για την χρηματοδότηση της λειτουργίας τους και την υλική ενίσχυση των περιοχών προέλευσης των μελών τους. 
Το έργο των οργανώσεων ειδικών σκοπών παραμένει επίσης εν πολλοίς άγνωστο και «αχαρτογράφητο». Με εξαίρεση ελάχιστες οργανώσεις διαφόρων ενδιαφερομένων και συλλόγων συνταξιούχων που παρέχουν υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας και προΐστανται των ομογενειακών κινήσεων για την ανέγερση  και τη λειτουργία ιδιαίτερων οργανισμών περίθαλψης με την αρωγή των ξένων αρχών, όπως στην Αυστραλία.  Αλλά και στην περίπτωση αυτή οι σχετικές πληροφορίες δεν λαμβάνουν ιδιαίτερη δημοσιότητα, όπως των κοινοτήτων, οι οποίες εκ των πραγμάτων, και κυρίως  χάριν  του πολιτικού τους βάρους, επικεντρώνουν τα φώτα της δημοσιότητας των ομογενειακών ΜΜΕ.    
Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ)
Το ΣΑΕ, αποτελεί, εκ των άνω, συμβουλευτικό οργανισμό για τα θέματα της Ομογένειας,   χρηματοδοτούμενο από τον κρατικό προϋπολογισμό.  Με αυτές  τις ιδιότητες,  εννοείται,   δεν εντάσσεται στην έννοια της αυτό-οργάνωσης των ομογενών.  Συνεπώς,  δεν επιδέχεται εδώ οποιασδήποτε  ειδικής αναφοράς στα προβλήματα και στην  δραστηριότητα του, δεδομένου μάλιστα ότι έχει εισέλθει σε μια  φάση  ριζικής αναδιοργάνωσης  βάσει του Νόμου  3480 /2006, στο πλαίσιο λειτουργίας του οποίου φαίνεται να έχουν αρθεί μια μεγάλη σχετικά σειρά θεσμικά και οργανωτικά προβλήματα, στα  οποία έχουμε αναφερθεί σε ιδιαίτερη μελέτη μας και σε σχετικά δημοσιεύματα μας.
4. Σημεία κρίσης και ζητήματα αναδιοργάνωσης των οργανώσεων
Παρά τις παρατηρούμενες φυγόκεντρες τάσεις από την κοινοτική οργάνωση που ευνοεί το χάσμα των γενεών και οι όροι κοινωνικής ανόδου, επικρατέστερη μορφή οργάνωσης από άποψη υποδομών,  έργου και ευρύτερης απήχησης   εξακολουθεί να αποτελεί η οργάνωση σε λαϊκές ανεξάρτητες κοινότητες  ή ενοριακές κοινότητες υπό  την αιγίδα της Εκκλησίας.  Αν και η δραστηριότητα τους φαίνεται να παρουσιάζει αναπόφευκτη κάμψη, με την μετάβαση στις νεώτερες γενεές και  την συνεχώς ελαττούμενη αριθμητική δύναμη   των ατόμων πρώτης γενεάς,  λόγω του περιορισμού της μετανάστευσης από την Ελλάδα σε ασήμαντα πλέον επίπεδα από τα μέσα της δεκαετίας του 1970.
Ιδωμένες στο ιστορικό πλαίσιο, οι ελληνικές κοινότητες  διαδραμάτισαν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στα αρχικά στάδια  της εγκατάστασης των ομογενών, όπως έχει δείξει η αρχειακή έρευνα, ειδικά στην περίπτωση της Αυστραλίας,  καταγράφοντας στο ενεργητικό των κεντρικών κοινοτήτων  δεκάδες ερανικές προσπάθειες, επιστολές συμπαράστασης και κινήσεις να προβληθούν οι θέσεις της Ελλάδας ενώ  φαίνεται να ανταποκρινόταν και σε εκκλήσεις που απεύθυναν διάφοροι ελλαδίτικοι οργανισμοί (Τάμης Α., 1997: 64-68). Ωστόσο, ως έχει λεχθεί, φαίνεται ότι σήμερα  «η συμβολή τους έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό της κύκλο», καθώς παρουσιάζονται να   «κυριαρχούνται από τις αξίες και την αισθητική της πρώτης γενιάς» (Κοκκινίδου Δ., 2002: 179) και κινούμενες  σε αυτό το αξιακό πλαίσιο να  αποθαρρύνουν τη συμμετοχή νεαρότερων ατόμων, πράγμα που βεβαίως φαίνεται να χαρακτηρίζει όλες τις παραδοσιακές οργανώσεις της Ομογένειας, και την Εκκλησία.   Υπό αυτές τις συνθήκες,  αλλά και την γήρανση του ομογενειακού πληθυσμού της πρώτης γενεάς  και την ούτως ή άλλως ισχυρή δυναμική ενσωμάτωσης των νέων, πολλοί   ομογενειακοί οργανισμοί, όπως στην Αυστραλία, οι οποίοι ιδρύθηκαν στην διάρκεια της περιόδου 1950-1980, φαίνεται να ατόνησαν με ελάχιστες εξαιρέσεις. Πολλά δε σωματεία   φαίνεται να διέρχονται σοβαρή κρίση, δίνοντας, ως έχει λεχθεί,  εικόνα συλλόγων «…χωρίς μέλη, σώματα ασώματα, σωματεία ακρωτηριασμένα, ανύπαρκτα, βουβά …»[12], ή να λειτουργούν με «νοοτροπία γκέτο της δεκαετίας του 1960» (Λυκομήτρος Γ., 23.06.2008).
Ως έχει παρατηρηθεί από την ελληνοκαναδική εμπειρία, σημείο καμπής και πτώσης της δραστηριότητας των οργανώσεων  φαίνεται  να  αποτελεί η μετάβαση στη δεύτερη και τρίτη γενεά (Κωνσταντινίδης Στ., 2002: 101 ). Πράγμα που φαίνεται  αναπόφευκτο καθώς οι παραδοσιακές ομογενειακές οργανώσεις σπανίως  βρίσκουν ανταπόκριση στις ομογενειακές αυτές ομάδες,    λόγω της πλήρους ενσωμάτωσης και της κοινωνικής τους ανόδου στις τοπικές κοινωνίες και του υφιστάμενου διαγενεακού πολιτισμικού χάσματος, και από την άλλη πλευρά, παρουσιάζεται να μειώνεται συνεχώς  η δύναμη των μελών της πρώτης γενεάς, ως   συνέπεια  του περιορισμού  της μετανάστευσης από την Ελλάδα από τα μέσα του 1970. Χρονικό σημείο καμπής και πτώσης της οργανωτικής δραστηριότητας   σε πολλές ελληνικές παροικίες φαίνεται να αποτέλεσε η δεκαετία του 1990.
Υπό αυτές δε τις συνθήκες και ως έχουν τα πράγματα   φαίνεται να  τίθεται θέμα επαναπροσδιορισμού του ιστορικού και κοινωνικού ρόλου των οργανώσεων, (Τάμης Α., 2.6.1997 ), να επιβάλλεται η ριζική αλλαγή της ταυτότητας  των οργανώσεων και να ενδείκνυται  η λειτουργία τους  υπό άλλη μορφή. Ως είναι, επί παραδείγματι, η προτεινόμενη λειτουργία των εθνικοτοπικών οργανώσεων στις ΗΠΑ, υπό μορφή μεγάλων ελληνικών κέντρων: «Hellenic Center» ή «Greek Center», μορφή με την οποία, ως έχει επισημανθεί,  μπορούν να εξασφαλίσουν χορηγίες  από τις εκεί αρμόδιες κρατικές αρχές.  (Λυκομήτρος Γ., 23.06.2008). Ταυτόχρονα  δε,  τίθεται θέμα αξιοποίησης της κτιριακής υποδομής πολλών οργανώσεων  που δεν χρησιμοποιείται επαρκώς, και που υπό αυτές τις συνθήκες φαίνεται να ενδείκνυται η συνένωση των διαφόρων ομοειδών οργανώσεων που υπολειτουργούν και  ο περιορισμός της κατάτμησης σε πολυάριθμες οργανώσεις της αυτής περιοχής προέλευσης, ή του αυτού ειδικού σκοπού.  Γεγονός, που φαίνεται κατά καιρούς να προβληματίζει διάφορους ομογενειακούς κύκλους, αν κρίνουμε από τα κατά καιρούς δημοσιεύματα  του ομογενειακού τύπου, πλην μέχρι στιγμής χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.
5.  Πληθυσμός και εξέλιξη  των διαφόρων τύπων  οργανώσεων
Σύμφωνα με τα στοιχεία της  Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού (ΓΓΑΕ) που βασίζονται κατά κύριο λόγο στις καταγραφές των ελληνικών προξενείων και  κατά ένα μέρος περιπτωσιακά στις ενδιαφερόμενες  ομογενειακές οργανώσεις,  εξαιρουμένων των εγγραφών ορισμένων ειδικών απογραφικών κατηγοριών που δεν εντάσσονται απόλυτα στην έννοια των ομαδικών σχηματισμών των ομογενών[13], ο συνολικός αριθμός των οργανώσεων στην Ελληνική Διασπορά  παρουσιάζεται να προσεγγίζει  σήμερα τις 4.000.  Πιθανόν δε ο συνολικός αριθμός και να  υπερβαίνει τις 4.000 οργανώσεις, αν ληφθούν υπόψη ορισμένες αξιοσημείωτες ελλείψεις, όπως η καταγραφή των ενοριακών κοινοτήτων της Μεγάλης Βρετανίας.
Πίνακας 1.  Οργανώσεις στην Ελληνική Διασπορά  2009
Κοινότητες
Εθνικοτοπικές
Διάφορες
Σύνολο
1.173
1.157
1.565
3.895
Πηγή: ΓΓΑΕ, 2009
Σημείωση: Με κριτήρια την σκοποθεσία και την κλίμακα των δραστηριοτήτων τους, στην κατηγορία των κοινοτήτων συμπεριλαμβάνονται στον ανωτέρω πίνακα   ένα μεγάλο  μέρος οργανώσεων που έχουν δημιουργηθεί τις τελευταίες δεκαετίες στις διάφορες χώρες   της πρώην ΕΣΣΔ,  οι οποίες έχουν συμπήξει  διάφορες  ομοσπονδίες  κοινοτήτων,  όπως στη Ρωσία και στη Γεωργία, αν και  εμφανίζονται σε πρωτοβάθμιο επίπεδο  να τιτλοφορούνται  ως «σύλλογοι», «ενώσεις» ή «αδελφότητες»  Ελλήνων χωρίς τον κοινοτικό  επιθετικό προσδιορισμό και στα αρχεία της ΓΓΑΕ βρίσκονται καταγραμμένοι απλώς ως «σύλλογοι» ή «κοινωνικοί σύλλογοι».   Η ίδια ταξινομική αρχή ακολουθείται και για τις οργανώσεις ορισμένων   άλλων χωρών που φέρονται ως «ενώσεις» ή «σύλλογοι Ελλήνων», αλλά παρουσιάζουν χαρακτηριστικά  οργάνωσης «ομπρέλα», με πολλαπλούς σκοπούς, και στη σκοποθετική αυτή βάση αντιδιαστέλλονται  με τις διάφορες οργανώσεις ειδικών σκοπών.

Τα στοιχεία αυτά ισχύουν κατά προσέγγιση και παρουσιάζουν μικρές ή και μεγάλες αποκλίσεις από τα στοιχεία άλλων φορέων,  καθώς ο ακριβής αριθμός δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί λόγω των μεθοδολογικών και άλλων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η καταγραφή και η διασταύρωση τους από τη ΓΓΑΕ, πέραν των διαφόρων λαθών και αβλεψιών που φαίνεται να παρουσιάζει η μηχανογραφική  καταχώρησης τους.  Μια πιο ακριβή εικόνα μπορεί ενδεχομένως να εξαχθεί στο προσεχές μέλλον από μια αποτελεσματικότερη   αναδιοργάνωση του ηλεκτρονικού αρχείου της ΓΓΑΕ σε συνεργασία με  το ΣΑΕ και άλλους φορείς.
Η  κοινότητα ως μορφή οργάνωσης των ομογενών εμφανίζεται να απαντιέται σήμερα σε 79 χώρες,   από τις 93 συνολικά χώρες παγκοσμίως με ελληνικές οργανώσεις, οι εθνικοτοπικοί σε 26 χώρες και οι διάφορες οργανώσεις ειδικών σκοπών σε 59 χώρες.  Η  γεωγραφική υπεροχή  διάδοσης της κοινοτικής οργάνωσης, συγκριτικά με τις δύο άλλες οργανωτικές  μορφές,  φαίνεται να εξηγείται από την ύπαρξη μικρών σε πληθυσμό  ελληνικών εστιών σε μια μεγάλη σχετικά σειρά 62 χωρών, το περιορισμένο μέγεθος των οποίων φαίνεται να μην επιτρέπει την  οργανωτική κατάτμηση   και τη λειτουργία βιώσιμων οργανώσεων πέραν των υπαρχουσών κοινοτήτων, οι οποίες, τηρουμένων των αναλογιών,  συχνά φαίνεται να συγκεντρώνουν υψηλότερα ποσοστά μελών, εν συγκρίσει με τις ελληνικές κοινότητες των χωρών που συγκεντρώνουν τον κύριο όγκο του Ελληνισμού της Διασποράς.
Ο αριθμός των ομογενειακών οργανώσεων φαίνεται να  παρουσιάζει διαχρονικά ορισμένες αξιοσημείωτες  ποσοτικές διακυμάνσεις κατά οργανωτική κατηγορία, από τις οποίες σημαντική άνοδο εμφανίζουν οι διάφορες οργανώσεις ειδικών σκοπών, όπως προκύπτει από τον πίνακα που ακολουθεί. Στο βαθμό που οι καταγραφές αυτές είναι ακριβείς,    φαίνεται να υποδηλώνει μια διαχρονική κεντρόφυγη τάση των ομογενών από τις παραδοσιακές κοινοτικές οργανώσεις και μια ισχυρή τάση οργάνωσης σε οργανώσεις ειδικών σκοπών. Αυτή  μπορεί ίσως να ερμηνευτεί από τις διαγενεακές μεταβολές στις στάσεις και τους προσανατολισμούς των ομογενών  όσο και  από τους δείκτες κοινωνικής ανόδου και ενσωμάτωσης της Ομογένειας (αριθμητικούς και ποιοτικούς) και το παρατηρούμενο αξιακό διαγενεακό χάσμα, πράγμα που μπορεί να επιβεβαιωθεί μόνο από επιτόπιες ειδικές έρευνες. Κατά ένα πάντως μεγάλο μέρος, η παρατηρούμενη αύξηση του αριθμού των ομογενειακών οργανώσεων, φαίνεται να οφείλεται στην τάση «πολύ-οργάνωσης» ενός ορισμένου τμήματος των ομογενών σε πολλές ταυτόχρονα οργανώσεις, από δε τη δεκαετία του 1990 και εντεύθεν, στην αναβίωση του οργανωτικού φαινομένου των ομογενών στις διάφορες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, ως αποτέλεσμα  της φιλελευθεροποίησης  που επέφερε η  κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», δεδομένου ότι την περίοδο αυτή φαίνεται να έχουν δημιουργηθεί στις εν λόγω χώρες 300 περίπου ομογενειακές οργανώσεις.


Πίνακας  2.   Διαχρονικές διακυμάνσεις 1980-2009 στα  μεγέθη των ομογενειακών οργανώσεων κατά κύρια οργανωτική κατηγορία
Είδη οργανώσεων:
1980
1990
2000
2009
Κοινότητες
837
951
1.081
1.173
Εθνικοτοπικές
729
974
973
1.157
Διάφορες
683
967
1.252
1.565
Σύνολο  Οργανώσεων:
2.249
2.892
3.306
3.895
Πηγές : ΥΠΕΞ.: Έκδοση:   Ο Ελληνισμός του Εξωτερικού, 1980,  και  βάση δεδομένων ΓΓΑΕ  

Πίνακας 3. ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΟΜΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΣΤΙΣ 25 ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΧΩΡΕΣ ΑΠΟΔΗΜΙΑΣ, ΟΜΜΕ,  ΕΔΡΕΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΗ ΙΔΡΥΜΑΤΑ
Χώρες
Κοινότητες
Εθνικοτ/κές
Διάφορες
Συν. Οργαν.
ΟΜΜΕ
Έδρες, κ.ά.
Αίγυπτος
4
7
32
46
4
6
Αργεντινή
14
2
15
31
8
1
Αρμενία
8
2
0
10
0
2
Αυστραλία
129
425
248
802
109
11
Βέλγιο
10
13
40
63
20
8
Βενεζουέλα
7
0
3
10
1
0
Βραζιλία
10
2
16
28
8
5
Γαλλία
21
1
59
81
24
33
Γερμανία
172
171
441
784
45
52
Γεωργία
17
2
16
35
2
2
Ελβετία
24
11
21
56
9
3
Ζιμπάμπουε
5
2
2
9
0
1
ΗΠΑ
339
324
231
894
201
75
Ιταλία
20
1
15
36
2
48
Καναδάς
77
147
130
354
81
23
Μ. Βρετανία
115
5
38
158
18
20
Ν. Αφρική
25
16
33
74
11
5
Ν Ζηλανδία
8
5
11
24
5
0
Ολλανδία
14
4
18
37
10
2
Ουκρανία
64
0
23
87
4
16
Ρουμανία
22
0
2
24
1
2
Ρωσία
35
0
15
50
1
12
Σουηδία
29
3
36
68
2
15
Τσεχία
9
0
4
13
0
5
Χιλή
6
0
1
7
2
2
Συν.:
1184
1143
1450
3781
568
349
Πηγή στοιχείων: ΓΓΑΕ,  2009,  και Αρχιεπισκοπή Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας,  2010

Σημείωση:: Ομογενειακές οργανώσεις  εντοπίζονται σε  93  συνολικά χώρες.  Oι ως άνω 25 χώρες συγκεντρώνουν το 97% του συνόλου των ομογενειακών  οργανώσεων
Μεγαλύτερη σχετικά συγκέντρωση ομογενειακών κοινοτήτων παρατηρείται στις ΗΠΑ,  εθνικοτοπικών οργανώσεων στην Αυστραλία, και  διαφόρων οργανώσεων  στην Γερμανία.  
Στις κατηγορία «διάφορες», έχουν συνυπολογισθεί και οι υπάρχουσες στις ως άνω χώρες ελληνορθόδοξες εκκλησιαστικές αρχές. 

Όπως δείχνουν τα μηχανογραφικά στοιχεία της ΓΓΑΕ και οι κατάλογοι των οργανώσεων-μελών του ΣΑΕ,  οι πρωτοβάθμιες ομογενειακές οργανώσεις βρίσκονται στην πλειονότητα τους οργανωμένες  σε δευτεροβάθμιο εθνικό ή πολιτειακό  επίπεδο,   και σε μικρό σχετικά ποσοστό  σε τριτοβάθμιο, διεθνές επίπεδο, πράγμα που παρατηρείται σε χαλαρή μορφή με τις εθνικοτοπικές οργανώσεις κυρίως των Μακεδόνων, των Ηπειρωτών, των Μεσσηνίων,  των Αρκάδων, των Ποντίων και των Κρητών.
Λαμβάνοντας υπόψη τους καταλόγους των οργανώσεων του ΣΑΕ, εμφανίζονται να λειτουργούν σε εθνικό επίπεδο των διαφόρων χωρών διαμονής 97 συνολικά ομογενειακές ομοσπονδίες[14],  oι οποίες και αποτελούν τον κύριο κορμό των οργανώσεων-μελών  του ΣΑΕ.
Πίνακας 4.  Ομοσπονδίες Ελληνικών Οργανώσεων  εξωτερικού,  2009
(Ομοσπονδίες-Μέλη του ΣΑΕ. Χώρες στις οποίες κατανέμεται  το μεγαλύτερο μέρος των ομοσπονδιών)

Χώρα
Ομοσπονδίες Ελληνικών Κοινοτήτων
Ομοσπονδίες Εθνικοτοπικών Οργανώσεων
Ομοσπονδίες Διαφόρων Οργανώσεων
Σύνολο:
Αυστραλία
1
21
4
26
Βέλγιο
1
1
0
2
Γερμανία
1
5
1
7
ΗΠΑ
0
18
15
33
Καναδάς
1
5
2
8
Μεγάλη Βρετανία
1
1
0
2
Νότιος Αφρική
1
1
0
2
Σουηδία
1
0
1
2
Σύνολο:
7
52
23
82
Πηγή: ΓΓΑΕ, 2009
Σημείωση:  Ομοσπονδίες κοινοτήτων  λειτουργούν επίσης (ανά μια) στις εξής χώρες: Αργεντινή, Βραζιλία, Γαλλία, Γεωργία, Ελβετία, Ζιμπάμπουε, Ιταλία, Καζαχστάν, Ολλανδία, Ουκρανία, Ρουμανία, Ρωσία, Τσεχία.
Πέραν αυτών, στην Κύπρο λειτουργεί 1 ομοσπονδία εθνικοτοπικών σωματείων (Ποντίων) και 1 ομοσπονδία διαφόρων οργανώσεων στην Αυστρία.   Οι χώρες του πίνακα  συγκεντρώνουν συγκριτικά τη μεγάλη πλειοψηφία των ομοσπονδιών (84,5%)
Συνυπολογισμένων και αυτών των χωρών, λειτουργούν συνολικά 97 ομοσπονδίες, από τις οποίες  20 κοινοτήτων, 53 εθνικοτοπικών σωματείων και 24 διαφόρων οργανώσεων. 

Η οργανωτική δραστηριότητα στην Ελληνική Διασπορά με αφετηρία την οργάνωση κυρίως σε κοινότητες και μεταγενέστερα σε εθνικοτοπικές  και διάφορες άλλες οργανώσεις  ειδικών σκοπών υπήρξε,   εκ των πραγμάτων,   ιδιαίτερα έντονη στις περιόδους της μαζικής μετανάστευσης από την Ελλάδα, σήμερα δε, αντιθέτως,  φαίνεται να διαγράφει μια κατιούσα καμπύλη δραστηριότητας στις περισσότερες χώρες διασποράς,  παρά τον μεγάλο σχετικά όγκο του  ελληνικής καταγωγής στοιχείου[15],  δημιουργώντας ένα σκηνικό αβεβαιότητας για τη συνέχεια της Ομογένειας, που κατ`  ορισμένες εκτιμήσεις φαίνεται να προδιαγράφει  το «τέλος της Ομογένειας»,  με τα  χαρακτηριστικά  που  υπάρχει σήμερα.
            Πρόκειται για φαινόμενο που προφανώς δεν έχει σχέση τόσο με τα προβλήματα στην λειτουργία,  την ενότητα και τις σχέσεις  των οργανώσεων που αναφερόμαστε σε ειδική μελέτη μας («Οργανωσιακή θεωρία και συλλογική οργάνωση  στην Ελληνική Διασπορά», 2010), όσο με τις παρατηρούμενες  δημογραφικές μεταβολές,   το αναπόφευκτο διαγενεακό χάσμα και την πτώση του αριθμού των οργανωμένων μελών.   Με τη γήρανση των ελληνικής καταγωγής  πληθυσμών,  την αύξηση του μέσου όρου ηλικίας της πρώτης γενεάς και την απομάκρυνση των μελών της από την ενεργό δράση, όσο και  με την παρατηρούμενη αποστροφή των νέων για τα κοινά των ελληνικών παροικιών,  ως συνέπεια   της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας  και της ενσωμάτωσης στις τοπικές κοινωνίες, της αύξησης των μεικτών γάμων και άλλων προσδιοριστικών παραγόντων, που εκφεύγουν του αντικειμένου της  παρούσης μελέτης
Συμπερασματικές Παρατηρήσεις
Η εμφάνιση της οργάνωσης των ομογενών του εξωτερικού φαίνεται να ορίζεται από τα πληθυσμιακά μεγέθη των ομογενών, από τις κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές διαιρέσεις, όσο και από  τη διάρκεια και τη φύση της μετανάστευσης και     να  έχει ως βασικούς σκοπούς   την  θρησκευτική λατρεία, την εκπαίδευση και την κοινωνική πρόνοια των ελληνικής καταγωγής πληθυσμών, τις  επιμέρους εθνοτοπικές, πολιτιστικές και υλικές  ανάγκες και τα  ειδικά ενδιαφέροντα και συμφέροντα  των διαφόρων επί μέρους ομογενειακών ομάδων.
Υιοθετώντας  ως βασική ταξινομική αρχή  το  κριτήριο της  ουσιώδους   σκοποθετικής φυσιογνωμίας  των οργανώσεων, η οργάνωση της Ομογένειας διακρίνεται  σήμερα σε διάφορες συλλογικές μορφές, τυπολογικές υποκατηγορίες και οργανωτικές βαθμίδες.
Σε πρωτοβάθμιο επίπεδο οργάνωσης, οι συλλογικές  αυτές μορφές  είναι:  Πρώτον,  οι κοινότητες λαϊκού ή εκκλησιαστικού / ενοριακού  χαρακτήρα, τύπου   «ομπρέλα» με ποικίλη δραστηριότητα,    δεύτερο, οι  εθνικοτοπικές οργανώσεις οι οποίες έχουν ως σημείο αναφοράς και στρατολόγησης μελών μια ευρύτερη ελληνική γεωγραφική περιφέρεια ή  μια γεωπολιτική περιφέρεια ιστορικής σημασίας, και, τρίτον,  οι διάφορες άλλες οργανώσεις ποικίλων ειδικών σκοπών,  με μέλη προερχόμενα από διάφορες κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες.
Υπό τις επιδράσεις της Εκκλησίας στις άγγλο-σαξονικές χώρες,  οι κοινοτικές οργανώσεις της Ομογένειας μπορούν να διακριθούν σε τρία επί μέρους βασικά πρότυπα. Αυτά είναι:   το μοντέλο της ανεξάρτητης από την Εκκλησία αστικής / λαϊκής κοινότητας που αποτελεί κυρίαρχο μοντέλο στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, εξαιρουμένης της Μεγάλης Βρετανίας, της ενοριακής κοινότητας υπό την αιγίδα και τον απόλυτο έλεγχο των διοικητικών οργάνων της Εκκλησίας και της κοινότητας-ενορίας υπό την αιγίδα της Εκκλησίας στην οποία υπάρχει σχετική αυτονομία λειτουργίας από την Εκκλησία μετά από ειδική  συμφωνία με την τελευταία. 
            Οι πρωτοβάθμιες οργανώσεις βρίσκονται οργανωμένες σε διαφόρων ειδών ομοσπονδίες σε επαρχιακό / πολιτειακό, εθνικό, διακρατικό,  και σε ορισμένες περιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα μοντέλα οργάνωσης σε ομοσπονδίες είναι:  Οι Ομοσπονδίες Κοινοτήτωνοι Εθνικοτοπικές Ομοσπονδίες, οι  Ομοσπονδίες Συλλόγων και Κοινοτήτων ή Ελληνικών Συλλόγων,  και οι Ομοσπονδίες Οργανώσεων Ειδικών Σκοπών
Όπως έχει δείξει σχετική έρευνα, οι ομογενειακές οργανώσεις  φαίνεται   να παρουσιάζουν εν πολλοίς  «όψη Ιανού», καθόσον από τη μια πλευρά εμφανίζονται να είναι «εσωστρεφείς υπερασπιστές της  ελληνικής πολιτισμικής  ταυτότητας και από την άλλη εξωστρεφείς προωθητές  των συμφερόντων των ελληνικής καταγωγής πληθυσμών.
Σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού των κοινοτήτων όπως και όλων εν γένει των ομογενειακών οργανώσεων βασίζεται σε ίδιους πόρους, σε εισφορές των μελών τους, δωρεές, και έσοδα από διάφορες δραστηριότητες (συνεστιάσεις, λαχειοφόρες αγορές κλπ.),  καθώς η χρηματοδότηση τους από τις κρατικές αρχές φαίνεται να είναι περιστασιακή,  εξαιρουμένου του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ), το οποίο επιχορηγείται  με πιστώσεις που εγγράφονται  στον τακτικό ετήσιο προϋπολογισμό της ΓΓΑΕ.
Η οργάνωση των ομογενών παρουσιάζει μεγάλη σχετικά πυκνότητα οργανώσεων ενώ, αντιθέτως, φαίνεται να παρουσιάζει σχετικά χαμηλούς δείκτες αντιπροσωπευτικότητας εν σχέσει με τον ομογενειακό πληθυσμό των περιοχών που εδρεύουν.  Μεγαλύτερα δε ποσοστά αντιπροσωπευτικότητας φαίνεται να παρατηρούνται σε κοινότητες των οποίων οι περιοχές ευθύνης έχουν ολιγάριθμο ελληνικό στοιχείο. Η χαμηλή αντιπροσωπευτικότητα φαίνεται να εξηγείται  κατά ένα μεγάλο μέρος  από  την επαγγελματική και κοινωνική διαφοροποίηση του ομογενειακού πληθυσμού και την ενσωμάτωση μιας μεγάλης μερίδας του και ιδίως των νέων  στις ξένες κουλτούρες και τις αλλοεθνείς οργανώσεις   των χωρών υποδοχής, και κατά ένα μέρος από την εσωτερική έλλειψη συνοχής των οργανώσεων, ως αποτέλεσμα των διαφόρων αντιτιθέμενων πολιτικών ομάδων των μελών ή και διάφορους  άλλους παράγοντες
Οι κοινότητες εξακολουθούν να έχουν κεντρική θέση στη ζωή της Ομογένειας προσφέροντας σημαντικές θρησκευτικές, εκπαιδευτικές / πολιτιστικές και κοινωνικές υπηρεσίες με την αυτοχρηματοδότηση  ή και την  συγχρηματοδότηση των δραστηριοτήτων τους από  ορισμένες  ξένες  αρχές στο πλαίσιο των  πολυπολιτισμικών πολιτικών που ακολουθούν, όπως στην Αυστραλία και στον Καναδά.
Αν και δεν υπάρχουν μελέτες  αξιολόγησης του έργου των οργανώσεων και της σχέσης στόχων-απόδοσης,  εξαιρουμένης της Εκκλησίας που δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, οι κοινοτικές οργανώσεις φαίνεται να  αποτελούν τον «σκληρό πυρήνα» της οργάνωσης των ομογενών, λαμβάνοντας υπόψη  τα κεφαλαιακά μεγέθη του  κύκλου εργασιών πολλών κοινοτήτων, τις ποικίλες υπηρεσίες που παρέχουν, τα περιουσιακά τους στοιχεία και άλλους παραμέτρους της δράσης τους.
Ο συνολικός αριθμός των οργανώσεων στην Ελληνική Διασπορά  παρουσιάζεται να προσεγγίζει  σήμερα τις 4.000.  Πιθανόν δε και να  υπερβαίνει τον αριθμό αυτό, αν ληφθούν υπόψη ορισμένες αξιοσημείωτες ελλείψεις, στην καταγραφή των οργανώσεων,  φαίνεται δε να παρουσιάζονται  αξιοσημείωτες αυξητικές διακυμάνσεις από τη δεκαετία του 1980 έως σήμερα ως προς τον αριθμό  των οργανώσεων ειδικών σκοπών, ο οποίος  παρουσιάζεται σήμερα υπερτερεί των υπολοίπων κατηγοριών, παρουσιάζοντας σημαντική αύξηση από τη δεκαετία του 1990. 
Η οργανωτική δραστηριότητα στην Ελληνική Διασπορά φαίνεται να διαγράφει σήμερα μια κατιούσα καμπύλη δραστηριότητας με τη μετάβαση προ πολλού στην δεύτερη και τρίτη  γενεά. Καθώς ειδικά υποχωρεί συνεχώς ο αριθμός των ατόμων της πρώτης γενεάς, με την οποία συναρτήθηκε η ίδρυση και δραστηριότητα του μεγαλύτερου μέρους των ομογενειακών οργανώσεων, και οι υπάρχουσες οργανώσεις φαίνεται να αδυνατούν να προσελκύσουν στους κόλπους τους άτομα των νεοτέρων γενεών.  Σημείο καμπής και κάμψης της δραστηριότητας των οργανώσεων  φαίνεται να αποτέλεσε η δεκαετία του 1990. Πολλές οργανώσεις, στηριζόμενες κυρίως σε άτομα της τρίτης ηλικίας της πρώτης γενεάς των μεταναστών,   φαίνεται να διέρχονται κρίση, θέτοντας  πλέον ζήτημα  επαναπροσδιορισμού του ιστορικού και κοινωνικού ρόλου των ομογενειακών οργανώσεων,   θέμα  συνένωσης των διαφόρων ομοειδών οργανώσεων και  αξιοποίησης της  υποδομής τους, και, σε τελευταία ανάλυση,  θέμα λειτουργίας τους υπό άλλη μορφή, ώστε να προσελκυσθεί το ενδιαφέρον των νεότερων γενεών και να εξασφαλιστεί η συνέχεια των οργανώσεων με την διαδοχή των γενεών.  




Bιβλιογραφία:
Ελληνόγλωσση
Αθηναίος, 28.12.2009,  «Η κατάντια της Ομογένειας στην Αμερική»,  www.kalami.net  19.12.2010
ΓΓΑΕ:   Ο Απόδημος  Ελληνισμός. σειρά  μελετών της ΓΓΑΕ  υπό την επιστημονική εποπτεία του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστήμιου Αθηνών και του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Φάκελοι:  Λατινική Αμερική, 1994, Αυστραλία. ΗΠΑ, Καναδάς. Ν. Ζηλανδία, 1995, Ο Ελληνισμός στις Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 1995, Ο Απόδημος Ελληνισμός στις Χώρες της Αφρικής, 1998,  εκδόσεις ΓΓΑΕ, Αθήνα.
Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, 1998, ΕΛΛΑΣ. Η Ιστορία και ο Πολιτισμός του Ελληνικού Έθνους από τις Απαρχές του μέχρι Σήμερα, 2ος τόμος,  Αθήνα.
Ιερά Αρχιεπισκοπή ΑυστραλίαςΣύνταγμα Ιεράς Αρχιεπισκοπής, Ειδικοί Κανονισμοί Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας, Διάφοροι Ποιμαντορικοί Εγκύκλιοι Αρχιεπισκόπου Στυλιανού. Αχρονολόγητη έκδοση.
Ιερά Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου ΑμερικήςΣύνταγμα της Ελληνικής Ορθοδόξου Αρχιεπισκοπής Αμερικής Βορείου και Νοτίου. Αχρονολόγητη έκδοση Holy CrossOrthodox PressBrooklineMassachusetts.
Ιερά Αρχιεπισκοπή Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας, 1971,  Καταστατικόν των Ιερών Ναών και Κοινοτήτων της Ελληνικής Αρχιεπισκοπής Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας, Εξαρχιας Δυτικής Ευρώπης, Ιρλανδίας και Μελίτης 
Ιερά Ορθόδοξη Μητρόπολη Μπουένος Άϊρες.1995, Ειδικοί Κανονισμοί της Ενώσεως των Ελληορθοδόξων Κοινοτήτων και Οργανώσεων Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής. Σχέδιο καταστατικού της Μητρόπολης, ανακοίνωση στο πλαίσιο του Συνεδρίου της Ένωσης Ελληορθοδόξων Κοινοτήτων και Οργανώσεων Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής.  
Καλομοίρης Δ., 1983, «Οι Ρίζες και η Πορεία του Ελληνισμού της Αυστραλίας», περ. «Αλλαγή», τεύχος 3,  Σύδνεϋ.
Κοκκινίδου Δ, 2002,  «Οι Έλληνες της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας», στο συλλογικό έργο Ο Ελληνισμός της Διασποράς, τόμος 3ος,  σ. 153-194  έκδοση του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ), 2002,  Πάτρα.
Κοκοσολάκης Ν., 1985, «Ο Πολιτιστικός και Κοινωνικός Ρόλος της Εκκλησίας στον Απόδημο Ελληνισμό», Η Ελληνική Διασπορά  στη Δυτική Ευρώπη, εκδ. Βασιλόπουλος, Αθήνα.
Κόντης Α.,  2002, «Ο Ελληνισμός στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας», στο συλλογικό έργο Ο Ελληνισμός της Διασποράς, τόμος 2ος, σ. 39-98, έκδοση του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ), 2002,  Πάτρα.
Κιούκιας Δ., 1994,  «Θεωρητικές Παρατηρήσεις για την Μελέτη των Οργανώσεων των Ελλήνων της Διασποράς», Επετηρίδα Αμυντικής και Εξωτερικής Πολιτικής, Αθήνα.
Κωνσταντινίδης Στ., 2002,  «Οι Έλληνες του Καναδά», στο συλλογικό έργο Ο Ελληνισμός της Διασποράς, τόμος 3ος, σ. 89-123, έκδοση του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ), 2002,  Πάτρα.
Λυκομήτρος Γ.,  23.06.2008, «Ελληνισμός και τα παραμύθια με τις ομογενειακές οργανώσεις, ΗΠΑ», www.kalami.net    
Μαλαφούρης Μ., 1948, Έλληνες της Αμερικής (1528-1948), Νέα Υόρκη.
Νόμος Υπ` Αριθμ3480/ΦΕΚ 161, τευχ. Πρώτο, 2/8/2006: «Οργάνωση, λειτουργία και  αρμοδιότητες του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ) και άλλες διατάξεις»
Ομιλίες Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού στην Δ΄, ΣΤ΄, και Θ΄  Κληρικολαίκή Συνέλευση, (1981, 1989, 2003).
Παρουσία, Επιθεώρηση Λόγου και Τέχνης, Αφιέρωμα: «Ελληνική Παροικία της Αυστραλίας», Αθήνα, αρ. 50, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2009.
Πετρόπουλος Ν., 1985,  «Η Οργάνωση των Αποδήμων Ελλήνων», βλ. Πρακτικά και Πορίσματα του 1ου Παγκοσμίου Συνεδρίου Αποδήμων Ελλήνων,  έκδοση ΓΓΑΕ,  1985, σ. 273-305.
Πετρόπουλος Ν., 1990,  «Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού», Πρακτικά 1ης Συνδιάσκεψης Ομοσπονδιών Αποδήμων Ελλήνων, 6-8/12/1990, (έκδοση ΓΓΑΕ, 1991), σ. 67-101.  
Σκανδαλάκης Π., 2003,  Ελληνική Διασπορά . Η Δύναμη του Ελληνισμού, Εκδόσεις Αλέξανδρος, Αθήνα.
Τάμης Α., 1997, Ιστορία των Ελλήνων της Αυστραλίας, Τόμος 1ος, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη.
Τάμης Α., 2000, Ιστορία των Ελλήνων της Αυστραλίας, Τόμος 2ος,  Εκδόσεις Ellikon Press,  Μελβούρνη.
Tάμης Α., 26.5.1997, «Δεν θα αντέξει ο Ελληνισμός με την παρούσα του δομή», εφημ. «Νέος Κόσμος», Μελβούρνη.
Tάμης Α., 2.6.1997, «Ο θάνατος της έντιμης απομόνωσης», «Νέος Κόσμος», Μελβούρνη.
Τζουμάκας Δ., 1983,  «Ο Ελληνισμός του Σύδνεϋ», περ. «Αλλαγή», τεύχος 4.  Σύδνεϋ
Τσαπαλιάρης Β., 2002, «Η Ελληνική Διασπορά  στη Λατινική Αμερική» στο συλλογικό έργο Ο Ελληνισμός της Διασποράς, τόμος 3ος, σ. 125-152, έκδοση του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ), 2002,  Πάτρα.
Τσαπαλιάρης Β., 2002, «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η Ελληνική Διασπορά » στο συλλογικό έργο Ο Ελληνισμός της Διασποράς, τόμος 1ος, σ. 163-193, έκδοση του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ), 2002,  Πάτρα.
Τσαπαλιάρης Β., 20.11.2003, «Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού 1995-2003», wwwneoskosmos.com
Τσαπαλιάρης Β., 2003,    «Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού. Θεσμικό πλαίσιο και ζητήματα λειτουργίας», αδημοσίευτη μελέτη, Αθήνα.
Τσαπαλιάρης Β., 28.11.2005, «Αξιολογικοί κανόνες και προβλήματα άσκησης του ρόλου του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ)», wwwneoskosmos.com
Τσαπαλιάρης Β., 5.12.2005, «Συμμετοχική Δημοκρατία και Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ)», wwwneoskosmos.com
Τσιγκρής Δ., 1992, Ο Κοινοτικός Θεσμός στην Αυστραλία. Σύντομη Ιστορική Επισκόπηση, έκδοση του συγγραφέα, Σύδνεϋ.
Τσίμπος Π. – Δρόσος Γ. – Βέλος Γ., 1984, «Ελληνοκαναδικές Κοινότητες – Οργάνωση – Σύγκρουση – Μεταβολές». Ανακοίνωση στο Α΄ Συνέδριο του Ελληνικού Κοινωνιολογικού Συλλόγου, Αθήνα, 13-16/12/1984.
Τσούνης  Μ., . 1983-1984, «Οι Ελληνικές Κοινότητες στην Αυστραλία»,  σειρά άρθρων στο περιοδικό  «Απόδημος», τεύχη 13, 15, 16, 18, 19, 20. Αθήνα.
Τσούνης  Μ., 1990,  Η Ιστορία μιας Κοινότητας,  έκδοση της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Νότιας Αυστραλίας,  Αδελαΐδα.
ΥΠΕΞ. / Διεύθυνση Αποδήμων Ελλήνων,1987, Ο Ελληνισμός του Εξωτερικού, Αθήνα.
ΥΦΥΠΕΞ.  Γρηγόρης Νιώτης, 1999, Ο Ελληνισμός στον Παγκόσμιο Χώρο. Προτάσεις Στρατηγικής. Έκδοση ΥΠΕΞ. / ΓΓΑΕ. Θεσσαλονίκη.
Φακιολάς Ρ., 2002,  «Οι Έλληνες των ΗΠΑ», στο συλλογικό έργο Ο Ελληνισμός της Διασποράς, τόμος 3ος,  σ. 21-87,  έκδοση του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ), 2002,  Πάτρα.
Φίφης Χ.,  1997, «Ραγδαίες Αλλαγές στη Μορφή της Ελληνοαυστραλιανής Παροικίας», περ. «Αντίποδες», τεύχος 41-42.
Φραγκιουδάκης Γ., 1990,  Ο Ελληνισμός της Νέας Ζηλανδίας, έκδοση της Ελληνικής Κοινότητας WellingtonWellington.

Ξενόγλωσση
Australian  Government Commission of Inquiry into Poverty, (1975), Welfare of Migrants, Australian Government Publishing Service,  Canberra.
Chimbos, P., D., (1985), The Canadian Odyssey: The Greek Experience in Canada, McClelland and Stuart Ldt., TorontoOntario, (second edition).
Chimbos, P., D., (1993), “Historcal Development, Conflict and Social Change of Greek Communities in Canada”, in proceedings of the First International Seminar: Greeks in English Speaking Countries. Greek Forum (ed.). Melbourne.
Fifis, C. (1999) "Aspects of the Post-War II Greek Australian Community", Hellenic Studies, Vol. 7, No 2, AutumnCanada, σ. 65-96.
Moskos, C., (1980), Greek Americans: Struggle and Success, Prentice- Hall, Ethnic Groups in American Life Series, Englewood Cliffs, New Jersey.
Rex, J. et al, (1987), Immigrant Associations in EuropeAldershot : Gower.
Tamis, A., (1994), The Immigration and Settlement of Macedonian Greeks in AustraliaLa Trobe University Press, Melbourne.   
Tsounis, M.., (1971), Greek Communities in AustraliaUnpublished Ph. D. Thesis, University of Adelaide. 
Tsounis M.,  (1971),  “The Greek Left in Australia”, in Australian Left Review,  no 29, pp. 53-61.
Tsounis, M., (1974), ‘The Greek Church Politics in Australia’, in Greek-Australian Review, June 1974.
Tsounis M., (1975), “Greek Communities in Australia”, in Price C., (ed.), Greeks in Australia, A.N.U.P., 1975, pp. 55-56.
Tsounis, M. (1992), ‘Greek Community, Paroikia Formations in Australia: 1880s-1980s ‘. A paper given at the First International Seminar on Greeks in English Speaking Countries, Melbourne.









[1] Επ` αυτού, ας σημειωθεί εδώ και η σχετική παρατήρηση του Μαλαφούρη Μ. (1948:193) για την οργάνωση  των Ελλήνων  στην Αμερική, στις αρχές του 20ου αιώνα: «Η σωματειακή ιδέα καταλαμβάνει όλους τους Έλληνες της εποχής εκείνης μόλις έχουν γίνει περισσότεροι από 100 ή 200 σε κάθε πόλη …»  
[2] Βλ. Π. Τσίμπος – Γ. Δρόσος – Γ. Bήλος, "Ελληνοκαναδικές Κοινότητες. Οργάνωση-σύγκρουση-μεταβολές». Ανακοίνωση στο Συνέδριο του Ελληνικού κοινωνιολογικού Συλλόγου, Αθήνα, 13-16/8/ 1984.   ΓΓΑΕ / Πανεπιστήμιο Αθηνών,  Ο Απόδημος Ελληνισμός στις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Αφρικής και της Λ. Αμερικής (αδημοσίευτο τμήμα) 1993, τόμος 1,  σ. 421-422. Βλ. επίσης: ΥΦΥΠΕΞ.   Νιώτης Γ., 1999: 29.

[3] Βλέπε αχρονολόγητη έκδοση Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας, 1. Σύνταγμα Ιεράς Αρχιεπισκοπής (3-4-1959), 2. Ειδικοί Κανονισμοί Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας, 3. Διάφοροι Ποιμαντορικοί Εγκύκλιοι Αρχιεπισκόπου Στυλιανού, σ. 17, άρθρο 7 σχετικά με τη διαδικασία ίδρυσης ενορίας-κοινότητας. Βλέπε επίσης καταστατικό της Αυτοκέφαλου Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Αμερικής και Αυστραλίας, καθώς και την έκδοση της πρώην ενιαίας Ιεράς Αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής, 1993,  Ειδικοί Κανονισμοί  και Ομοιόμορφοι Κανονισμοί των Κοινοτήτων
[4]  Ας σημειωθεί εδώ, ότι  ως έχει ανακοινωθεί  προσφάτως   βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις για την υπαγωγή των ναών τους στην  Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών  (Γ.Ο.Χ.).
[5]  Π.χ. στην Αυστραλία, μόνο η Φλώρινα φέρεται να διαθέτει 60 εθνικοτοπικούς συλλόγους, και η Κοζάνη και η Καλαμάτα  από 50. Βλ  Tάμης Α., 2.6.1997, «Ο θάνατος της έντιμης απομόνωσης», «Νέος Κόσμος», Μελβούρνη.

[6] Σημ.: Την ίδια περίοδο σχολικές μονάδες διάθεταν  οι 75 Ναοί/Ενορίες-Κοινότητες. Από τα σχολεία αυτά 49 λειτουργούσαν, ως γυμνάσια και 7 ως δίγλωσσα ημερήσια  κολέγια με 3568 συνολικά μαθητές (περίπου 34% του συνόλου των μαθητών). Στη N.S.W. φέρεται  να λειτουργούσαν  14 με 1723 μαθητές, στη VIC.  24 με 1296, στη S.A  13 με 34, στην Qld 3 με 34,  και στη W.A.  2 με 115. Εκτός των ενεργών κληρικών, τον ίδιο χρόνο υπήρχαν 18 συνταξιούχοι και σχολάζοντες ιερείς. Πηγή:Ημερολόγιο 2003 Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας

[7] Ένα μεγάλο σχετικά ποσοστό του προϋπολογισμού των κοινοτήτων φαίνεται να αποτελούν τα λειτουργικά τους έξοδα. Για την Ελληνική Κοινότητα του Τορόντο το σχετικό ποσό φαίνεται να ανέρχεται σήμερα στα 4 εκατ. δολάρια.  (βλ. δημοσίευμα:«100 χρόνια της Ελληνικής Κοινότητας Τορόντο», Canada.greekreporter.gr, 13 August 2009 )
[8] Από τις κοινότητες Μόντρεαλ και Μελβούρνης,  εξ αιτίας του υψηλού ρίσκου των επενδυτικών τους ανοιγμάτων  για την επέκταση της κτιριακής τους υποδομής, για τη λειτουργία σχολείων και την κάλυψη  άλλων κοινοτικών αναγκών, κατάσταση για την οποία, ας σημειωθεί,  απαιτήθηκε  η μεσολάβηση των ελληνικών αρχών και τραπεζών  για την εξασφάλιση των απαιτούμενων δανείων εξυπηρέτησης των χρεών τους.
[9] Πέραν των παραδοσιακών απογευματινών ή σαββατιανών σχολείων, ορισμένες κοινότητες έχουν ιδρύσει και διατηρούν ορισμένα ιδιαίτερα αξιόλογα  ημερήσια σχολεία. Ως σημαντικότερα όλων μπορούν να θεωρηθούν το τρίγλωσσο (γαλλικά, ελληνικά, αγγλικά) ημερήσιο σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης «Σωκράτης» της Ελληνικής Κοινότητας του Μόντρεαλ,  με περίπου 1.250 μαθητές στα τέσσερα παραρτήματα του το τρέχον σχολικό έτος, καθώς και το πλήρες ημερήσιο  (δημοτικό-γυμνάσιο-λύκειο) δίγλωσσο σχολείο Alphington Grammar School   της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτώριας. Το σχολείο αυτό αποτελώντας το μεγαλύτερο κοινοτικό ίδρυμα, η αγορά του οποίου φέρεται να ανήλθε στα 3,3 εκ. δολάρια, το 1987, το οποίο  είναι εξοπλισμένο με σύγχρονες κτιριακές εγκαταστάσεις, εργαστήρια, κτίρια και πάρκα και άρχισε να λειτουργεί το 1989.
[10] Ας σημειωθούν εδώ:   Tο Hostel  για ηλικιωμένους της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητας Νέας Νοτίου Ουαλίας (Σύδνεϋ), ίδρυμα που  στηρίχθηκε στην χρηματοδότηση της Κοινότητας, στην συμβολή διάφορων ελληνικών αδελφοτήτων και ιδίως σε χρηματοδότηση του αυστραλιανού δημοσίου,  ύψους 1.138 εκατ. δολαρίων.   Tο Γηροκομείο του Ρίντλυτον της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητας Νοτίου Αυστραλίας (Αδελαϊδα), σε  περιοχή 88 στρεμμάτων που αγοράσθηκε στις αρχές του 1980 έναντι  μισού εκατομμυρίου  δολαρίων,  το οποίο αποτελείτο αρχικά   από 18 ανεξάρτητα διαμερίσματα και ένα οικοτροφείο των τριάντα δωματίων και  επεκτάθηκε το 1999.  Tα 2 γηροκομεία της Κοινότητας του Τορόντο που ο συνολικός προϋπολογισμός τους φέρεται να ανέρχεται στα 18 εκ. δολάρια  (canada.greekreporte.gr  / 13 August 2009). H στέγη ηλικιωμένων 80 διαμερισμάτων για 140 άτομα της Ελληνικής Κοινότητας του Μόντρεαλ. Τέλος  οι  λέσχες γερόντων στις περιοχές του Μπράνσγουικ και του Φουτσκρέη  και του Νόρθκοτ της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτορίας.
[11] Τέτοιου χαρακτήρα ίδρυμα αποτελεί   η λειτουργία του Ελληνικού Ιστορικού Κέντρου της Κοινότητας της Νέας Νοτίου Ουαλίας (Σύδνεϋ),  Ίδρυμα όπου διατηρούνται διάφορες ιδιωτικές συλλογές,  αρχεία της Κοινότητας, της ομοσπονδίας των Ελληνικών Κοινοτήτων Αυστραλίας και άλλων οργανώσεων, φωτογραφικό υλικό, εκκλησιαστικά αντικείμενα, έγγραφα και περιοδικά της Αρχιεπισκοπής, εφημερίδες και περιοδικά κ.ά.




[12] Βλ. Τάμης Α., 1997: 485,  και  Tάμης Α., 2.6.1997, «Ο θάνατος της έντιμης απομόνωσης», «Νέος Κόσμος», Μελβούρνη.

[13] Των Ομογενειακών Μέσων Ενημέρωσης (ΟΜΜΕ): (596), των Εδρών Νεοελληνικών, Βυζαντινών ή Κλασικών  Σπουδών: (409),  και των διαφόρων εκκλησιαστικών αρχών: (25), φορείς που δεν εντάσσονται στο συμμετοχικό σύστημα των ενοχικών σχέσεων με το οποίο χαρακτηρίζονται οι συλλογικές οργανώσεις.
[14]Εξαιρουμένων των κληρικολαϊκών συνελεύσεων και των ομοσπονδιών που λειτουργούν σε περιφερειακό επίπεδο. Συμπεριλαμβανομένων των εν  λόγω περιφερειακών  ομοσπονδιών καθώς και ορισμένων άλλων  ομοσπονδιών, ο συνολικός αριθμός των ομογενειακών ομοσπονδιών  εμφανίζεται  στο γενικό κατάλογο της ΓΓΑΕ  να ανέρχεται  συνολικά  στις   214 ομοσπονδίες. Αριθμός που,  ας επισημανθεί εδώ,  δεν είναι ακριβής,  αλλά κατά πολύ  «πληθωριστικός», λαμβανομένων υπόψη  των  πολύ-εγγραφών που παρουσιάζει, με την διατήρηση  των  εγγραφών των οργανώσεων που έχουν αποτελέσει  διαδοχικά    έδρα των διαφόρων  ομοσπονδιών, με αποτέλεσμα οι ομοσπονδίες που αλλάζουν έδρα να παρουσιάζουν πολλαπλές  εγγραφές, καθώς και διαφόρων άλλων αβλεψιών.
[15] Κατ`  ορισμένες σχετικά  αξιόπιστες  εκτιμήσεις, το δυναμικό του εκτός συνόρων ελληνική καταγωγής στοιχείου  φαίνεται να κυμαίνεται μεταξύ ενός ελαχίστου ορίου 2.700.000 και ενός  μεγίστου ορίου 4.500.000.  Βλ. εγκυκλοπαιδική έκδοση «Πάπυρος»,   Ελλάς, 1998,  τόμος 2:    235-236. Τα στοιχεία  αυτά  φαίνεται να συμπίπτουν σε ένα  βαθμό με τις εκτιμήσεις των ελληνικών διπλωματικών αρχών, εν αντιθέσει με τα σχετικά μικρότερα νούμερα που  δίνουν οι ξένες αρχές, και με  τους  υπολογισμούς  των ελληνικών  οργανώσεων και της Εκκλησίας που αναφέρονται σε πολύ μεγαλύτερα νούμερα. Ο ακριβής  αριθμός πάντως παραμένει ανεπιβεβαίωτος,  λόγω των διαφορετικών  μεθοδολογιών που ακολουθούνται στις απογραφές των ξένων αρχών.  Δεδομένου ότι  ορισμένες χώρες  καταγράφουν την εθνική προέλευση  των δύο πρώτων είτε της πρώτης μόνο γενιάς μόνο, άλλες συνδυάζουν την εθνικότητα με  την αναγνωρισμένη ιθαγένεια, σε ορισμένες περιπτώσεις δεν καταγράφονται οι μετακινήσεις ομογενών με ξένα διαβατήρια, όπως π.χ. των Αιγυπτιωτών  Ελλήνων προς την Αυστραλία. Πέραν δε τούτου   υπάρχουν διλήμματα ως προς την καταγραφή των γόνων των μεικτών γάμων, όσων αγνοούν την ελληνική και δυσκολίες σχετικά με την καταγραφή των οικογενειακών παλιννοστήσεων και των εκ νέου μεταναστεύσεων τους που δεν ολοκληρώνονται.  Πέραν δε αυτών, έχει σταματήσει από το 1977 η συλλογή σχετικών στοιχείων από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου